282 ΚΠΔ

Ο χειμώνας του 2004 για κάποιο λόγο με βρήκε καρφωμένο πάνω από το βιβλίο της Ποινικής Δικονομίας του Παπαδαμάκη. Σε ένα υγρό δωμάτιο κάπου στην Άνω Τούμπα. Απένταντι από ένα χαλασμένο θερμοσυσσωρευτή κατασκευασμένο από θερμότουβλα που υποτίθεται ότι συσσώρευαν ζέστη όλο το βράδυ και την απέδιδαν κατά τη διάρκεια της ημέρας. Το γεγονός η αναπνοή μου άχνιζε μέσα στο δωμάτιο ήταν μια καλή ένδειξη ότι ο θερμοσσυσωρευτής δούλευε όπως και οι περισσότεροι δικονομικοί κανόνες για τους οποίους διάβαζα. Μόνο στη θεωρία.

Θυμάμαι πως τα σανίδια του παρκέ στο δωμάτιο είχαν σκεβρώσει από την υγρασία και το κρύο του χειμώνα της Θεσσαλονίκης. Ένιωθα τις άκρες τους να τσιμπάν τις πατούσες μου καθώς όργωνα το δωμάτιο πάνω-κάτω προσπαθώντας να αποστηθίσω συγκεκριμένα άρθρα του κώδικα ποινικής δικονομίας. Από αυτά, μου έχει μέινει το 282 το οποίο αφορούσε στην προσωρινή κράτηση και τους περιοριστικούς όρους που μπορεί να επιβληθούν προ της κύριας δίκης. Ήταν, κατά τις διαλέξεις του Μαργαρίτη, θεμελιώδους σημασίας καθότι έκρινε την αλλοίωση συγκεκριμένων εννόμων αγαθών του κατηγορουμένου (όπως η ελευθερία του) πρωτού ακόμα καταρριφθεί το τεκμήριο αθωότητας.

Εκείνο τον καιρό η δίαιτά μου αποτελούνταν από ζυμαρικά (πένες ιδιωτικής ετικέτας κατά κανόνα σκέτες ή καμένες με λάδι ιδιωτικής ετικέτας) και Μάρλμπορο λάιτς δεκάρι 1,40 ευρώ το πακέτο. Οι τρυφηλές εποχές του Φίλιπ Μόρρις μπλε (που παραδόξως ήταν σε άσπρο πακέτο με μια μπλε λωρίδα) είχαν παρέλθει προ πολλού και συγκεκριμένα από το πρώτο έτος. Μαζί με την τελευταία υποτροφία του ΙΚΥ.

Επίσης, τον καιρό εκείνο δεν ήμουν ακόμα αρκετά ώριμος ώστε να τρώω στη Λέσχη. Έλεγα στον εαυτό μου ότι θα χάσω πολύτιμο χρόνο από τη μελέτη με το να κατέβω στη Λέσχη που βρισκόταν επί της Εγνατίας απέναντι από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, να φάω και να επιστρέψω. Ο πραγματικός λόγος ωστόσο ήταν ότι ήμουν (ψωρο)περήφανος για να πάω και να φάω στη Λέσχη ειδικά εφόσον δεν το δικαιούμουν με βάση τα εισοδηματικά κριτήρια της οικογένειάς μου που, ενώ δεν ήταν εύπορη, δεν ήταν και πτωχή. Αργότερα, ανακάλυψα ότι αρκετοί φοιτητές (εκτός από τους Θεσσαλονικείς) τρώγαν στη Λέσχη και δεδομένου ότι άρχισα να μελετάω στα αναγνωστήρια της Νομικής και της Κεντρικής Βιβλιοθήκης του ΑΠΘ ούτε ο χαμένος χρόνος ήταν ικανή δικαιολογία.

Ωστόσο, ακόμα και τότε, την προ Λέσχη εποχής, μπορώ να πω πως ζούσα μια σχετικά ικανοποιητική ζωή σαν φοιτητής, δεδομένου ότι δεν χρειαζόταν να δουλεύω για να συμβάλλω και ο ίδιος στα έξοδά μου. Θυμάμαι δε ότι είχα την δυνατότητα να πιάσω δουλειά σε τηλεφωνικό κέντρο του ΟΤΕ ως αριστούχος του Λυκείου, ωστόσο είχα σε συννενόηση με τον πατέρα μου επιλέξει να μην το κάνω ώστε να τελειώσω στα τέσσερα χρόνια τη Νομική και να αποφύγω τυχόν επιπτώσεις που αυτό μπορεί να είχε στους βαθμούς μου.

Εκείνο το μεσημέρι του χειμώνα είχα κοιτάξει το ρολόι που μου είχε δωρίσει η Άννα για το σπίτι όταν είχα μετακομίσει και η ώρα είχε πάει τρεις και μισή. Δικαίως λοιπόν το στομάχι μου διαμαρτύροταν. Έβαλα το παλτό μου και τα αθλητικά παπούτσια και ξεκίνησα για το συνοικιακό σούπερ μάρκετ μέλος αλυσίδας της βορείου Ελλάδας. Το κρύο έκανε την υγρασία διαπεραστική και κάθε βήμα ήταν ασυναίσθητα γρήγορο. Φτάνοντας στο σούπερ μάρκετ, κατευθύνθηκα στο γνώριμο διάδρομό μου με τα ζυμαρικά. Οι εργαζόμενοι είχαν αρχίσει να στολίζουν το χώρο για τις επερχόμενες γιορτές των Χριστουγέννων. Πάνω δε από το ψυγείο είχαν βάλει πράσινες γιρλάντες και φωτάκια που παίζαν παράτονα το «Τρίγωνα Κάλαντα». Δε δυσκολέυτηκα να βρω τα πιο φθηνά μακαρόνια. Κατευθύνθηκα γρήγορα προς το ταμείο και στήθηκα στην ουρά των πέντε ατόμων.

Μπροστά μου καθόταν μια ηλικωμένη κυρία. Δεν ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπα στη γειτονιά. Ωστόσο ο αστικός κώδικας ευγένειας επέβαλε να υποκρίνομαι ότι δεν την ξέρω. Κρατούσε στο χέρι ένα γιαούρτι και ένα ψωμί. Ποτέ δεν ανεχόμουν τα ψωμιά του σούπερ μάρκετ που ήταν μόνο αφρός, όμως η αλήθεια είναι πως είχαν μια απήχηση στο κοινό υποθέτω κυρίως επειδή σου γλύτωνε το δρόμο για το φούρνο.

Όταν έφτασε η σειρά της κυρίας, αφού η ταμίας «χτύπησε» τα ψώνια της και τα έβαλε σε σακούλα, της είπε την τιμή και η κυρία άνοιξε το πορτοφόλι της και πλήρωσε σε κέρματα. Ενώ λοιπόν ήμουν έτοιμος να πάρω σειρά στο ταμείο, η ταμίας γύρισε στην κυρία η οποία την κοιτούσε ακόμη και της είπε «Αυτά δε φτάνουνε γλυκιά μου». «Είναι 1,80 και μου έδωσες 1,20». Η ηλικιωμένη κυρία κοίταξε με κάποια σύγχυση την ταμία. Μετά κοίταξε μέσα στο πορτοφόλι της, το οποίο είχε μέσα πλέον μόνο κάποια χαρτιά. Μετά ξανακοίταξε την ταμία, έσκυψε το κεφάλι και προχώρησε προς την έξοδο αφήνοντας τα το ψωμί και το γιαούρτι στο ταμείο.

Η ταμίας σκανάρησε ξανά το γιαούρτι και το ψωμί και τα έδωσε σε έναν υπάλληλο να τα επιστρέψει στην θέση τους. Μετά γύρισε σε μένα, κάπως εκνευρισμένη, και «χτύπησε» τα μακαρόνια. Πλήρωσα και επέστρεψα σπίτι. Στο δρόμο της επιστροφής το βήμα μου είχε ασυναίσθητα βραδύνει και στο λαιμό είχε ανέβει ένα κόμπος ο οποίος διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσημεριού.

Το απόγευμα, τα μακαρόνια είχαν μείνει ανέγγιχτα στην συσκευασία τους όταν χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ο Κώδικας Ποινική Δικονομίας είχε μείνει ανοιγμένος στο άρθρο 282. Διηγήθηκα το συμβάν στον πατέρα μου εξηγώντας του πώς με είχε πειράξει η στάση της ταμία που θα μπορούσε τελοσπάντων να παραβλέψει την αμελητέα αυτή διαφορά που σε καμία περίπτωση δε θα ζημίωνε την εταιρία. Σίγουρα θα έβγαζαν και πάλι ένα ικανοποιητικό κέρδος. «Εσύ;» ρώτησε ο πατέρας μου. «Εγώ τί;». «Εσύ, γιατί δε συμπλήρωσες;» με ρώτησε.

Advertisements

One thought on “282 ΚΠΔ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s