Παντόφλες με κάλτσες

Τον τελευταίο καιρό συλλαμβάνω τον εαυτό μου να συγκινείται πολύ περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν. Προχθές το απόγευμα μπήκε στο τρένο ένα ψηλό, ισχνό παιδί γύρω στα 23. Φορούσε ένα μαύρο αθλητικό μπουφάν και λερωμένες φόρμες. Αντί για παπούτσια φορούσε παντόφλες και κάλτσες (ακόμα και το καλοκαίρι στο Λονδίνο έχει κρύο).

Προχώρησε στη μέση του βαγονιού και στάθηκε κοιτάζοντας στο κενό και άρχισε να μιλάει. Δε θυμάμαι ακριβώς τι είπε, ωστόσο, λίγο πολύ εξηγούσε πως είχε βρεθεί σε μια δύσκολη στιγμή στη ζωή του και χρειαζόταν κάτι να φάει ή νερό να πιει. Δε ζητούσε χρήματα. Αυτό που μου έκανε όμως περισσότερο εντύπωση ήταν ότι ξεκίνησε να μιλά με μία απολογία. Ζητούσε συγγνώμη αν προκαλούσε αμηχανία στους επιβάτες με αυτά που έλεγε και επειδή επαιτούσε.

Σε αυτό χτύπησε μια πολύ ευαίσθητη προσωπική χορδή. Ο λόγος που δυσκολεύομαι να δώσω χρήματα ή φαγητό προσωπικά στους ανθρώπους που έχουν την ανάγκη είναι η αίσθησή μου ότι με αυτή την κίνηση θα τους πρόσβαλα βάναυσα. Ακόμα και αν το ζητάν οι ίδιοι. Αισθάνομαι άσχημα και θέλω να με καταπιεί η γη ακόμα και στην σκέψη. Οι ανώνυμες οργανωμένες φιλανθρωπίες (όσο αποτελεσματικές κι αν είναι ή δεν είναι) δίνουν λοιπόν μια κάποια διέξοδο για ανθρώπους που έχουν το ίδιο πρόβλημα με μένα.

Από την άλλη, το χειρότερο για μένα είδος φιλανθρωπίας είναι η (ανησυχητικά αυξανόμενη) «επιδεικτική» φιλανθρωπία. Νιώθω ότι είναι χειρότερη προσβολή, μεγαλύτερο κακό από οποιαδήποτε πείνα ή στέρηση. Μάλιστα πολλοί την χρησιμοποιούν για αυτοπροβολή μέσω πολλών κοινωνικών δικτύων μοιράζοντας φαγητό στους άστεγους ή με άλλους τρόπους. Δεν υπάρχει πιο εμετική πράξη από την προσπάθεια αυτοπροβολής μέσω της υποτιθέμενης φιλανθρωπίας και έκθεσης των ανθρώπων αυτών χωρίς να το έχουν επιλέξει στο ίντερνετ ή οπουδήποτε αλλού.

Συγχωρήστε με για το ξέσπασμα (που είναι μάλιστα και εντελώς εκτός πνεύματος του ιστολογίου αυτού) και επιτρέψτε μου να επιστρέψω στον αρχικό λόγο που με έκανε να γράψω αυτό το κείμενο.

Αφού λοιπόν το παιδί τελείωσε αυτά που είχε να πει, άρχισε να περνάει μπροστά από τους επιβάτες διακριτικά και να προσεγγίζει αυτούς που φαινόταν ότι ήθελαν κάτι να δώσουν. Εγώ στηριζόμουν όρθιος στα μαξιλαράκια δίπλα από τη είσοδο του βαγονιού και προσπαθούσα πάση θυσία να αποφύγω την οπτική επαφή προκειμένου να μην τον κάνω να νιώσει άσχημα. Είχα ασυναίσθητα με το που μπήκα στο τρένο αγκαλιάσει την τσάντα μου για να μην χτυπάει στους μπροστινούς. Αφού πέρασε το παιδί είδα πως σε μια εξωτερική της θήκη είχε ένα μπουκάλι κλειστό νερό και ένα σάντουιτς που είχα ξεχάσει ότι είχα και που θα μπορούσα να του είχα δώσει.

Περπατώντας για το σπίτι ένιωσα ακόμη μια φορά άσχημα που δε μπόρεσα να ξεπεράσω αυτή μου την εμμονή και σκεφτόμουν τα μάτια αυτού του παιδιού. Σκεφτόμουν ότι κάποτε ήταν μωρό. Και κάποτε οι γονείς του τον κρατούσαν αγκαλιά και γελούσαν και ήταν βέβαιοι ότι θα είχε την καλύτερη δυνατή ζωή. Αυτή η σκέψη δε μπόρεσε να φύγει από το μυαλό μου εκείνο το βράδυ.

Advertisements

2 thoughts on “Παντόφλες με κάλτσες

    1. Ναι, τότε αλλάζει ο τρόπος που βλέπεις / αντιδράς με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Και ίσως αποκτά (η καλύτερα αποκαλύπτεται το) νόημα του «μάνα δεν τον γέννησε κι αυτόν;».

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s