Η Ελένη (Ολόκληρο)

Στο συνοικισμό που μεγάλωσα, τα μικρά παιδιά παίζαμε στο δρόμο και τα μεγάλα (γυμνάσιο και πάνω) στην αυλή του νεόδμητου Γυμνασίου του συνοικισμού. Δεν ξέρω πως είχε επικρατήσει αυτός ο κανόνας, αλλά σπάνια παραβιαζόταν.

Το καλοκαίρι που η οικογένεια της Ελένης μετακόμισε στη γειτονιά, ήμουν στο μεταίχμιο μεταξύ μικρών και μεγάλων παιδιών. Μέχρι τότε, κανένα από τα υπόλοιπα κορίτσια δεν ήταν τόσο ανεπτυγμένο όσο αυτή που ήταν δεν ήταν δεκατριών ετών τότε. Ήταν καστανή, με όμορφο συμμετρικό πρόσωπο, τριγωνική μύτη και ένα πλήρως ανεπτυγμένο, θηλυκό σώμα. Πλούσιο στήθος (τουλάχιστον σε σχέση με τα άλλα κορίτσια της γειτονιάς), πεταχτός κώλος και καλλίγραμμα πόδια.

Η Ελένη, παρά το νεαρό της ηλικίας της και σε αντίθεση με τα μέχρι τότε κρατούντα ήθη της γειτονιάς, φρόντιζε πάντα να επιδεικνύει τα σωματικά της χαρίσματα με το ντύσιμό της αλλά και με τον τρόπο που περπατούσε. Τα καλοκαίρια, φορούσε σχεδόν ανελλιπώς ένα κολλητό κόκκινο μπλουζάκι με τιράντες και ένα κολλητό τζην σκισμένο σορτσάκι από κάτω. Υποθέτω μάλιστα πως θα έπρεπε να είχε αυτό το σύνολο σε πολλά κομμάτια αφού το φορούσε σχεδόν καθημερινά, προς τέρψιν των αγοριών της γειτονιάς. Όλοι μας ξέραμε σχεδόν από μνήμης κάθε βαμβακερή πτυχή από το κόκκινό της μπλουζάκι και που ακριβώς έπρεπε να κοιτάξουμε για να δούμε αυτό που θέλαμε να δούμε. Εξάλλου δεν το έκανε και ιδιαίτερα δύσκολο για μας αφού δεν ήταν λίγες οι φορές που έσκυβε να δέσει τα κορδόνια της με χαρακτηριστικά αργές κινήσεις, σα να ακολουθούσε συγκεκριμένη τελετουργία. Τίναζε πρώτα τα μαλλιά πίσω και μετά τέντωνε το πόδι της προς τα μπρος. Με αργές κινήσεις κατέβαζε τα χέρια που σχεδόν χαϊδεύαν τα πόδια της μέχρι να φτάσουν στα κορδόνια και έδενε επιμελώς τα κορδόνια για ώρα. Την ευχαριστούσε μάλιστα πολλές φορές να σηκώνει απροειδοποίητα το βλέμμα της και να μας τσακώνει να χαζεύουμε ανάμεσα στο μπλουζάκι της.

Ή Ελένη ήταν επίσης ίσως η πρώτη από τις κοπέλες της γειτονιάς που περπατούσε κουνώντας τον κώλο της ρυθμικά με κάθε βήμα. Ήταν θα έλεγα αυτή που είχε καθιερώσει αυτό τον τρόπο περπατήματος και για τις άλλες κοπέλες της γειτονιάς. Αλλά και γενικά όλες οι κινήσεις της ήταν θηλυκές και πολύ “ώριμες” σε σχέση με τα υπόλοιπα κορίτσια της ηλικίας της. Θα έλεγε κανείς ότι μαζί με την Ελένη, μετακόμισε και η εφηβεία στον συνοικισμό μας.

Όλα τα αγόρια της γειτονιάς ήμασταν ψιλοτσιμπημένα με την Ελένη. Η συμπεριφορά της εξάλλου ήταν από αυτές που δε σε αποθάρρυναν εξ’ αρχής από το να κάνεις κάποια “κίνηση”. Δεν ήταν απόμακρη όπως ίσως μερικά κορίτσια που θεωρούνται αντικειμενικά πολύ όμορφες και απλησίαστες. Αντιθέτως, πολλές φορές ίσως να υπονοούσε πώς θα μπορούσαν να υπάρξουν ελπίδες αν κανείς προχωρούσε. Ωστόσο, αυτοί που εν τέλει το έκαναν, εισέπρατταν κατά κανόνα την απόρριψη η οποία γινόταν μετά γνωστή ευρέως στην γειτονιά ως “ο τάδε έφαγε χυλόπιτα από την Ελένη”. Μετά από κάθε τέτοιο συμβάν, η Ελένη απαντούσε στις φήμες δηλώνοντας συμπαράσταση για τον απορριφθέντα και ζητώντας από τα υπόλοιπα παιδιά να μην τον κοροϊδεύουν γιατί τουλάχιστον αυτός είχε το θάρρος να προσπαθήσει.

Όσο περνούσε ο καιρός, τα ερωτικά “θύματα” της Ελένης πληθαίναν ενώ δε θα ήταν άδικο να παρατηρήσει κανείς πώς ο εγωισμός της έδειχνε να τρέφεται και να μεγαλώνει κάθε φορά.

Εγώ φυσικά, ως μικρότερος της, ούτε που θα φανταζόμουν ποτέ να κάνω κάποια κίνηση ή να εκδηλώσω τον θαυμασμό μου για την ίδια. Ωστόσο, θα ήταν ψέμα αν δεν παραδεχόμουν πως κάθε φορά που κατέβαινα να παίξω στο δρόμο και δεν την έβλεπα, απογοητευόμουν.

Τα καλοκαίρια διαδεχόταν το ένα το άλλο και είχα πλέον για τα καλά “μετακομίσει” στην αυλή του Γυμνασίου για παιχνίδι. Επικρατέστερο όλων ήταν το ποδόσφαιρο, στο οποίο όμως δεν ήμουν αρκετά καλός. Λόγω ύψους (και ανύπαρκτης τεχνικής με τη μπάλα στα πόδια) έπαιζα τερματοφύλακας και τα αντανακλαστικά μου με βοηθούσαν αν μη τι άλλο να περνάω απαρατήρητος στο παιχνίδι. Εξάλλου δεν ήταν και πολλοί αυτοί που θέλαν να κάτσουν στο τέρμα οπότε αυτή η κατάσταση μας βόλευε όλους.

Εκτός από τα παιδιά που παίζαμε στην αυλή του Γυμνασίου, στις κερκίδες, μαζευόταν οι μεγαλύτεροι, κάποια παιδιά συνήθως του Λυκείου που κάπνιζαν και σχολίαζαν περιπαικτικά όλους εμάς τους μικρότερους. Δεν ήταν λίγες οι φορές μάλιστα που κάποια από τα μικρότερα παιδιά αντιστεκόταν στο διασυρμό με αποτέλεσμα να ξεσπούν κάποιες μικροσυμπλοκές οι οποίες γρήγορα λυνόταν υπέρ του μεγαλύτερου παιδιού.

Ο Πέσκας ήταν ένα από αυτά τα παιδιά που συνήθιζε να κοροϊδεύει και να λοιδορεί όλους εμάς τους μικρότερους. Δεν είμαι σίγουρος αν Πέσκας ήταν το επίθετό του ή το παρατσούκλι του αφού όλοι στη γειτονιά είχαν και από ένα. Η συνήθης τακτική του Πέσκα ήταν να να προσπαθεί να ξεκινήσει κάποια διαμάχη με κάποιο από τα μικρότερα παιδιά συνήθως σχολιάζοντάς τον η μειώνοντάς τον για κάποιο λόγο. Αν το παιδί αυτό αντιδρούσε, τότε συνέχιζε να το πειράζει και να το απειλεί μέχρι που του επιτίθονταν με μανιώδεις και ταχύτατες καρπαζιές και σφαλιάρες.

Από τα μικρότερα παιδιά, υπήρχαν κάποιοι που ήταν κολαούζοι του Πέσκα με αντίτιμο την προστασία του. Αυτοί, πολλές φορές, όταν είχαν προβλήματα με κάποια από τα μικρότερα παιδιά, ρουφιάνευαν στον Πέσκα πράγματα που υποτίθεται πως αυτά τα μικρότερα παιδιά λέγανε για τον Πέσκα (πολλές δε φορές εφευρίσκανε και κάποια ψέματα οι ίδιοι) με σκοπό να καθαρίσει ο Πέσκας για λογαριασμό τους.

Ο Πέσκας θα πρέπει να ήταν δεκαεννιά χρονών όταν εμείς ήμασταν δεκατρία. Είχε όμως χάσει κάποιες χρονιές στο σχολείο από ατυχήματα που είχε με το μηχανάκι και πρέπει να πήγαινε Β’ Λυκείου εκείνο το καλοκαίρι. Στην παρέα του Πέσκα υπήρχε μεταξύ άλλων και ο Παράβας που ήταν γιος ενός γνωστού πολιτικού μηχανικού που είχε στην ουσία “χτίσει” όλο το συνοικισμό. Ο Παράβας ήταν πολύ πιο λιγομίλητος από τον Πέσκα αλλά φαινόταν αρκετά πιο επικίνδυνος αν και μικρότερός του. Κυκλοφορούσαν κατά καιρούς φήμες ότι έμπλεκε συχνά σε καβγάδες σε μερικούς από τους οποίους και είχε χρησιμοποιήσει πεταλούδα οπότε κανείς από μας, τα μικρότερα παιδιά δεν τολμούσε καν να τον κοιτάξει, πόσο μάλλον να του αντιμιλήσει. Υπήρχε κάτι στο βλέμμα του Παράβα που το συναντάς συχνά σε ανθρώπους αλλά δε μπορείς να εξηγήσεις γιατί σου δίνει την αίσθηση πως έχει μια εγγενή τάση προς το κακό.

Ο Πέσκας οδηγούσε ένα τσαλάκι, ενώ ο Παράβας ένα Ταιφούν που εκείνες τις εποχές υποδήλωνε (ή τουλάχιστον έτσι λειτουργούσε στο μυαλό μας) και τη διαφορετική οικονομική επιφάνεια των οικογενειών τους. Ο δυο τους ποτέ δε λειτουργούσαν από κοινού στους τραμπουκισμούς. Το αντίθετο. Πάντα λειτουργούσαν κατά μονάδες και κατά κανόνα με διαφορετικά κίνητρα. Ο Πέσκας φαινόταν να αντλεί ευχαρίστηση από κάθε τραμπουκισμό που έκανε ενώ ο Παράβας δε θα ασχολούνταν με μικροτραμπουκισμούς και δε θα ξόδευε την ενέργειά του χωρίς λόγο. Όταν θα δρούσε, θα το έκανε σχεδιασμένα και με συγκεκριμένο σκοπό και πολύ πιο αποτελεσματικά από τον Πέσκα που τον ενδιέφερε εν πολλοίς η επίδειξη και η επιβεβαίωση από τους άλλους στο ξύλο στο οποίο έριχνε.

Τα κορίτσια βέβαια του συνοικισμού δεν ήταν κατά κανόνα αποδέκτες του τραμπουκισμού του Πέσκα και της παρέας του. Κάποιες από αυτές σύνηπταν ερωτικές σχέσεις μαζί τους και οι άλλες ως φίλες αυτών τύχαιναν ευνοϊκής μεταχείρισης. Εξάλλου, όπως οι ίδιες λέγανε, προτιμούσαν τα μεγαλύτερα σε ηλικία παιδιά γιατί ήταν πιο ώριμα. Το δε γεγονός ότι είχαν μηχανάκι της άφηνε, κατά δήλωσή τους, παγερά αδιάφορές. Η Ελένη ήταν μια από τις πρώτες κοπέλες του συνοικισμού που τα φτιάξαν με κάποιο από αυτά τα παιδιά.

Το ειδύλλιο του Παράβα με την Ελένη εξελίχθηκε πάρα πολύ γρήγορα. Τη μια μέρα την είχε δει να περπατάει στην αυλή του Γυμνασίου και την άλλη “φασώνονταν” στις κερκίδες του γηπέδου. Δεν έκαναν καν τον κόπο να πάνε στην πίσω πλευρά της αυλής εφόσον εξασφάλιζαν με το απειλητικό βλέμμα του Παράβα την διακριτικότητα όλων ημών των μικρότερων παιδιών που παίζαμε στην αυλή του Γυμνασίου. Ο Παράβας ήταν ο πρώτος που κατάφερε να κατακτήσει την καρδιά της Ελένης. Ο Πέσκας από την άλλη τα είχε φτιάξει με την Δήμητρα, την κολλητή φίλη της Ελένης και οι τέσσερίς τους ερωτοτροπούσαν δίπλα δίπλα στις κερκίδες της αυλής.

Εμείς συνεχίζαμε αμέριμνοι το παιχνίδι στην αυλή ελπίζοντας πως η παρέα του Παράβα θα ήταν πολύ απασχολημένη με τα ερωτικά της για να ασχοληθεί με εμάς. Τελευταία μάλιστα προσθήκη στην ομάδα των παιδιών που παίζαμε στο Γυμνάσιο ήταν ο Σώτος, ο μικρότερος αδερφός της Ελένης που συνήθως δεν καταδεχόταν να παίξει μαζί μας. Ο Σώτος θεωρούσε ότι ήταν ιδιαίτερα ταλαντούχος στο ποδόσφαιρο κάτι που και κάποια άλλα παιδιά πίστευαν γιατί φορούσε διάφορες αυθεντικές ποδοσφαιρικές φανέλες (που τότε κόστιζαν 13 χιλιάδες δραχμές). Η αγαπημένη του ήταν αυτή του Ντελ Πιέρο την οποία ενάλλασσε με αυτή του Φραντζέσκου από τον ΠΑΟΚ.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Σώτος έμπλεκε σε καβγάδες με άλλα παιδιά πάνω στο παιχνίδι. Ζητούσε πολύ συχνότερα φάουλ σε φάσεις που δεν το δικαιολογούσαν αντικειμενικά και απειλούσε ότι θα φύγει από το παιχνίδι αν δε του δίνοταν. Κάποιες φορές που τα αίματα άναβαν τα λίγο περισσότερο, ο Σώτος αποχωρούσε και τα παιδιά με τα οποία μάλωνε αργότερα είχαν να κάνουν με τον Παράβα αφού ο ίδιος ο Σώτος ζητούσε από την αδερφή του να του πει να μεσολαβήσει. Ο Σώτος απέφευγε να αντιμετωπίσει τα παιδιά αυτά ευθέως γιατί ήταν κάπως βραχύσωμος και υπέρβαρος.

Το καλοκαίρι κυλούσε και φήμες είχαν αρχίει να κυκλοφορούν στη γειτονιά πως η Ελένη με τον Παράβα είχαν προβλήματα. Υπήρξα δε αυτόπτης μάρτυρας ενός περιστατικού που επιβεβαίωνε αυτές τις φήμες. Μια μέρα που παίζαμε, είχε κυλήσει η μπάλα από ένα άστοχο σουτ πέρα από το γήπεδο της αυλής του Γυμνασίου και πηγαίνοντας να τη μαζέψω είχα δει την Ελένη να κλαίει σε μια εσοχή που έκανε ο τοίχος του Γυμνασίου έχοντας ένα κατακόκκινο σημάδι σφαλιάρας στο μάγουλό της και τον Παράβα να καρπαζώνει τον Σώτο που υποθέτω πήγε να την υποστηρίξει. Πριν προλάβω καν να συνειδητοποιήσω τι γινόταν, είχε φτάσει ο Πέσκας με το τσαλάκι του και κατέβαινε στην αυλή και αρπάχτηκε με τον Παράβα ανταλλάσσοντας γροθιές και κλωτσιές. Το παιχνίδι διαλύθηκε και τα παιδιά φύγαμε από το σχολείο σε μια παρακείμενη παιδική χαρά σχολιάζοντας το τι είχε προηγηθεί.

Εκ των υστέρων μαθεύτηκε πως η Ελένη είχε παρατήσει τον Παράβα για τον Πέσκα. Για κάποιο καιρό, κανένα από τα μεγαλύτερα παιδιά δεν έκανε την εμφάνισή του στο Γυμνάσιο και έτσι εμείς, οι μικρότεροι, μπορούσαμε να παίζουμε αμέριμνοι και επί ίσοις όροις εφόσον κανείς δεν έχαιρε προστασίας από τον Πέσκα ή τον Παράβα.

Το καλοκαίρι έτσι συνέχισε να περνάει ήρεμα και είχε ήδη μπει ο Σεπτέμβρης. Τα παιδιά που παίζαν στο Γυμνάσιο είχαν  πλέον λιγοστέψει και όσα είχαν απομείνει μαζευόταν σπίτι νωρίτερα αφού και η μέρα είχε μικρύνει αρκετά.

Ένα απόγευμα Δευτέρας ανέβαινα με ένα άλλο παιδί, τον Δημήτρη, την ανηφόρα του συνοικισμού επίστρέφοντας από το Γυμνάσιο αφού δεν είχαμε βρει κανένα να παίξουμε χτυπώντας με απογοήτευση τη μπάλα ποδοσφαίρου με τα χέρια στην άσφαλτο. Περνώντας από το σπίτι του Παράβα είδαμε ένα ασθενοφόρο σταθμέυμενο με τον φάρο ανοιχτό. Μας είχε φανεί πολύ περίεργο αφού ήταν η πρώτη φορά που βλέπαμε ασθενοφόρο στην γειτονιά. Αργότερα, μάθαμε ότι είχαν βρει τον Παράβα πεθαμένο στο υπόγειο του σπιτιού του από νοθευμένη δόση ηρωίνης. Το περιστατικό είχε ανησυχήσει το συνοικισμό αλλά σύντομα άνοιξαν τα σχολεία και η ζωή συνεχίστηκε στους κανονικούς της ρυθμούς.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s