Η γάτα από το Μαρόκο, η πόρτα και ο αέρας

Όταν σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη, έμενα στο ανώγειο μιας μικρής πολυκατοικίας στη Τούμπα. Τα έχουμε πει αυτά.  Η ιδιοκτήτρια του διαμερίσματός μου έμενε στο Κιλκίς όμως σε ό,τι είχε να κάνει με το διαμέρισμα συνεννοούμουν με την ένοικο του από κάτω διαμερίσματος, την Σάρα που ήταν από το Μαρόκο και ζούσε με τον Έλληνα άντρα της που ήταν υδραυλικός.

Η Σάρα ήταν μια κοντούλα και στρουμπουλή κοπέλα με άφρο μαλλί και φακίδες, γύρω στα τριάντα πολύ συμπαθητική και συνέχεια χαμογελαστή. Δε δούλευε και ήταν την περισσότερη μέρα σπίτι μαζί με τις γάτες της (έξι τον αριθμό) τις οποίες είχε φέρει από το Μαρόκο. Οι γάτες της συχνά σκαρφάλωναν στο μπαλκόνι μου και μου κάνανε παρέα όταν κάπνιζα (την εποχή που τα κινητά μας επέτρεπαν να αλληλεπιδρούμε και με άλλους ζωντανούς οργανισμούς εκ του σύνεγγυς).

Το πρωινό της ιστορίας μας ανέβαινα με γρήγορα βήματα τη Λαμπράκη σε έναν αγώνα ενάντια του ήλιου. Έπρεπε να φτάσω σπίτι πριν ξημερώσει. Ο λόγος; Δε μπορώ να κοιμηθώ αν βγει ο ήλιος. Βρικολακιάζω. Ήταν λοιπόν ζήτημα ζωής και χανγκόβερ να φτάσω σπίτι προτού ξημερώσει.

Ήδη η απόσταση που είχα καλύψει δεν ήταν αμελητέα. Είχαμε ξεκινήσει με τα πόδια από τα «Μαμούνια», στα Σφαγεία με μοναδικό καύσιμο το βραδυφλεγές Χέιγκ που έρεε άφθονο εκείνο το βράδυ στο κέρασμα της ΠΑΣΠ. Όλοι οι άλλοι μέναν πιο δυτικά από μένα και είχα μείνει πλέον μόνος μου στον αγώνα κατά της ανατολής. Μετά από ώρα, φτάνω επιτέλους στο φούρνο της γειτονιάς. Η ώρα 6:15. Μπαίνω μέσα, αρπάζω μια «ζαμπονκασέρι» και φεύγω θριαμβευτής.

Ανοίγω την πόρτα της πολυκατοικίας και ανεβαίνω τρεκλίζοντας στο ανώγειο. Μπαίνω στο διαμέρισμα και κάθομαι λίγο στο σαλόνι μόνο με το βρακί τρώγοντας το ζεστό φάρμακο από το φούρνο και κοιτάζοντας το υπερπέραν. Με το που τελειώνω, χύνομαι στο κρεβάτι. Όλα γυρίζουν αλλά σιγά σιγά ρουφιέμαι στην γλυκιά δύνη του ύπνου.

Ενώ κοιμάμαι, νιώθω ένα τρυπάνι να χτυπάει στον κρόταφό μου. Ψαχουλεύω με το αριστερό μου χέρι και καταφέρνω να πιάσω το κινητό μου. Η ώρα 10:31. Ήταν η μάνα από τη δουλειά. Αφού παίρνω μια ανάσα, σηκώνω το τηλέφωνο με κάθε καλή πρόθεση να προσποιηθώ ότι διαβάζω. Η μάνα με καταλαβαίνει αμέσως και γενναιόδωρα με αφήνει να συνεχίσω τον ύπνο.

Πριν προλάβω να τον γλυκοπάρω ξανά, ακούω το κουδούνι της πόρτας να χτυπάει. Όπως κάθε φοιτητής που σέβεται τον εαυτό του, το αγνοώ και γυρνάω από την άλλη προσπαθώντας να κοιμηθώ. Έξαλλου ποιος μπορεί να ήταν που δε θα μπορούσε να περιμένει μέχρι αύριο;

Για κακή μου τύχη, ωστόσο, το κουδούνι συνεχίζει να χτυπάει και αυτή τη φορά συνοδεύεται και από φωνές και χτυπήματα στην πόρτα. «Παίζει να έχει πιάσει καμιά φωτιά;» σκέφτομαι. Πάω να σηκωθώ, όλα γυρίζουν. Πέφτω πάλι στο κρεβάτι. Το κεφάλι μου πονάει υπερβολικά. Προσπαθώ να βρω τις κάλτσες μου. Βάζω τη μία. Φοράω μια φόρμα και πηγαίνω στην πόρτα. Ανοίγω.

Ήταν η Σάρα. Κλείστηκε έξω λέει. Καλά. Θέλει το τηλέφωνό μου να πάρει κλειδαρά; Όχι. Θέλει να περιμένει μέχρι να γυρίσει ο άντρας της το μεσημέρι; Όχι δε γίνεται, έχει το τηγάνι στη φωτιά. ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΤΡΕΛΑ ΜΟΥ. Τι σκατά να κάνω εγώ γι αυτό εκτός από το να τρέξω πριν γίνουμε παρανάλωμα του πυρός;

Είναι απλό: Κάτω από πίσω μπαλκόνι της κουζίνας μου έχει ένα τοιχίο που οδηγεί σε ένα τσιμεντένιο φράχτη με ύψος τέσσερα μέτρα. Αν πηδήξω από το μπαλκόνι μου (περίπου επτά μέτρα από το έδαφος) στο τοιχίο και συρθώ κατά μήκος μέχρι τον φράχτη που είναι το χαμηλότερο σημείο του τοιχίου θα μπορέσω να πηδήξω από το φράχτη στον ακάλυπτο χώρο του μπαλκονιού της και να μπω από την μπαλκονόπορτα, να κλείσω το τηγάνι και να ανοίξω την πόρτα.

Δεν ξέρω γιατί η Σάρα είχε την εντύπωση ότι εκείνο το πρωινό χτύπησε την πόρτα από το καμαρίνι του Τομ Κρουζ στις Επικίνδυνες Αποστολές, όμως έπρεπε να της υπενθυμίσω ότι χτύπησε ινστεντ σε έναν υψοφοβικό επίδοξο λαπά νομικό και μεγάλο χέστη που κατά κανόνα τον νοιάζει ο κώλος του και τίποτα παραπάνω. Που είχε μάλιστα πιει και τον άμπακα χθες στα Μαμούνια. Η Σάρα δεν φάνηκε να εκτιμά την εξήγησή μου αυτή και με διαδοχικά χτυπήματα ενθάρρυνσης (ψιλοκαρπαζιές θα της έλεγα) στην πλάτη με οδήγησε στη κουζίνα για να μου δείξει. Καθ’ όλη τη διάρκεια δε της διαδρομής από το χολ στην κουζίνα, φρόντιζε να επαναλαμβάνει πως «Ντεν είναι τίποτς» και πως ο προηγούμενος ένοικος το έκανε σε τακτική βάση.

Όσο κι αν προσπαθούσα να της εξηγήσω πως δεν αποφάσιζα με βάση του τι έκανε κάθε τρελός αλλά περισσότερο με βάση του ποιες πράξεις δεν με εκθέτουν στην πιθανότητα να χυθεί το περιεχόμενο του κρανίου μου σε τσιμέντα μπαλκονιών, μέσα στο χανγκόβερ μου ένιωθα δε σας κρύβω έναν κάποιο ανταγωνισμό με τον προηγούμενο ένοικο. Τι ήταν δηλαδή αυτός ο μπινές παραπάνω απο μένα;

Με αυτό το θολωμένο μυαλό και πεπεισμένος ότι έπρεπε να αποδείξω ότι ήμουν πιο χρήσιμος ένοικος από τον καριόλη τον προηγούμενο, βγήκα στο μπαλκόνι μόνο για να αλλάξω ακαριαία γνώμη. Τι στον πούτσο σκεφτόταν η Σάρα; Ότι παίζουμε στο παιχνίδι του Φερεντίνου στο Σταρ ή στο γαμημένο κάστρο του Τακέσι; Εκεί τουλάχιστο πέφτεις σε μαξιλαράκια ή σε λερά νερά πισίνας γεμάτα με ούρα όχι ΣΕ ΣΥΜΠΑΓΕΣ ΤΣΙΜΕΝΤΟ.

Η Σάρα ωστόσο έμοιαζε ανένδοτη. Της φαινόταν για κάποιο λόγο ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ να μην το επιχειρήσω δεδομένου μάλιστα ότι το τηγάνι σύντομα θα έπαιρνε φωτιά. Πάνω στην πίεση του χρόνου και στη θολούρα του ποτού αποφάσισα να δοκιμάσω την τύχη μου. Καλός μαλάκας και του λόγου μου.

Αφού σκαρφαλώνω τα κάγκελα του μπαλκονιού στέκομαι κανένα πεντάλεπτο σκεπτόμενος πώς στον πούτσο μπορώ να ξεφύγω από αυτή την κατάσταση χωρίς να καεί η πολυκατοικία. Ή να σπάσω το σβέρκο μου. Αφού δεν βρήκα λύση, η Σάρα άρχισε σχεδόν να με μαλώνει για το ότι μου έπαιρνε χρόνο να αποφασίσω να εκτεθώ σε μια δραστηριότητα η οποία είχε καλές πιθανότητες να με εκθέσει σε μόνιμη σωματική βλάβη.

Εντελώς διστακτικά, όπως δοκιμάζουμε τη θερμοκρασία του νερού στην πισίνα, άρχιζα να απλώνω το πόδι μου στο πιο ψηλό σημείο του τοιχίου που απείχε επτά μέτρα από το έδαφος.  ΕΠΤΑ ΜΕΤΡΑ!Έπρεπε με κάποιο τρόπο να συρθώ σε αυτό το τοιχίο που έπεφτε σταδιακά σε ύψος και ενωνόταν στον φράχτη που απείχε μόλις (;) τέσσερα μέτρα και μετά από κει να πηδήξω.

Με μια ταχεία κίνηση αίλουρου καταφέρνω να ξαπλώσω μπρούμυτα στο τοιχίο. Μπράβο Έρικ. Είσαι μεγάλος! Τώρα έπρεπε να ξεπεράσω την υψοφοβία και το χανγκόβερ και να συρθώ προς τον φράχτη. Ίζυ πίζι. Άρχίζω να σούρνομαι μόνο για να διαπιστώσω πως ήταν πολύ εύκολο να χάσω την ισορροπία μου και να σωριαστώ. Σφιχταγκαλιάζω το τοιχίο όπως έκανα το αρκουδάκι μου σε μικρή ηλικία (μέχρι τα 14) και κλείνω τα μάτια.

Εν τω μεταξύ, η Σάρα είχε ακουμπήσει τους βραχίονες της στα κάγκελα του μπαλκονιού και παρακολουθούσε την προσπάθειά μου σχεδόν απαθής. Κάπου κάπου με πρόγκιζε λέγοντας «Άντε», «Ακόμαζ;».

Κάπου στη μέση του τοιχίου είχα μετανιώσει για τα καλά την απόφαση μου να το παίξω Κώστας Σόμμερ όμως δυστυχώς δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής. Μέσα σε αυτό το αδιέξοδο άρχισα να έχω αμφιβολίες για την ειλικρίνια της Σάρας. Κι αν μου είχε πει ψέματα και ο προηγούμενος καριόλης ένοικος ποτέ δεν το είχε τολμήσει; Μας πως τη είχα αφήσει να με κοροϊδέψει έτσι και να με φέρει σε αυτή τη δεινή θέση!

Εν τω μεταξύ μου ερχόταν έντονη πλέον η μυρωδιά του τηγανιού (πρέπει να ήταν χοιρινό) και φανταζόμουν πως δε θα ήταν ένα κακό πιάτο. Παίρνοντας θάρρος από αυτή τη σκέψη, συνέχισα να σούρνομαι προς τα κάτω. Για κακή μου τύχη όμως, μια από τις γάτες της Σάρα με είχε πάρει πρέφα και το θεώρησε σκόπιμο να πηδήξει τον φράχτη, να σκαρφαλώσει το τοιχίο και να ανέβει πάνω στο κεφάλι μου. Το γεγονός αυτό, παρ’ ότι φάνηκε να διασκεδάζει την Σάρα πάρα πολύ, παρά λίγο να μου κοστίσει μια πτώση η οποία έκανε ακόμα και την αδιάφορη μέχρι τότε Σάρα να τρομάξει φωνάζοντας «ΙΙΙΙΓ«.

Αφού συνήλθα από την τρομάρα αποφάσισα πως έπρεπε να το τελειώσω όσο πιο γρήγορα γινόταν. Πέταξα την γάτα από το κεφάλι μου και συνέχισα το σούρσιμο. Με τα πολλά, κατάφερα να φτάσω στον φράχτη. Μπορούσα πλέον να δω το τηγάνι να βγάζει μαύρους καπνούς. Στον ακάλυπτο της Σάρας είχαν πλέον μαζευτεί όλες οι γάτες της και δεν έβρισκα χώρο να πηδήξω.

Σε κάποια φάση διαπιστώνω ένα κενό σημείο και κάνω το άλμα. Έλα όμως που προσγειώθηκα στραβά και στραμπούληξα τον αστράγαλό μου και σαν να μην έφτανε αυτό πάτησα την ουρά μιας από τις γάτες της Σάρας που είχε θεωρήσει καλή ιδέα να μετακινηθεί με το που πήδηξα. Με το που άκουσε το νιαούρισμα διαμαρτυρίας η Σάρα ανησύχησε πραγματικά πρώτη φορά από τότε που χτύπησε την πόρτα μου φωνάζοντάς μου «Πρόσεξ την γκατ γομαρ«.

Αναθεματίζοντας την τύχη μου και πλέον κουτσαίνοντας μπαίνω στο σπίτι από τη μπαλκονόπορτα και κατεβάζω το τηγάνι από τη φωτιά. Δίπλα, υπήρχαν κάτι μπισκότα. Παίρνω δυο τρία και τα βάζω μέσα στο σώβρακό μου. Προχωράω στην πόρτα την ανοίγω θριαμβευτικά και ανεβαίνω τα σκαλιά τρέχοντας στην Σάρα έχοντας πλέον αποδείξει ότι ο προηγούμενος ένοικος δεν έπιανε μία γιατί εγώ το έκανα και μεθυσμένος. Την πέτυχα στα σκαλιά να κατεβαίνει.

«Είδες;»

«Τι να δω; Που είν’ τα γκλειδιά;»

«Μα δεν τα πήρα. Τι να τα κάνεις; Άφησα την πόρτα ανοιχτή»

«Είσαι μαλάκα; Πριν, από τον αέρα…» πριν προλάβει να ολοκληρώσει ακούγεται ένα ΜΠΑΜ. Η πόρτα είχε κλείσει ξανά.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s