Ασθενής μνήμη

Τις προάλλες βρέθηκα μετά από καιρό σε μια εκκλησία, αν και άθεος από τα δεκαεννιά μου χρόνια. Ο λόγος ιδιαίτερα επουσιώδης. Δίνω κάποιες εξετάσεις. Σημαντικές μεν, εξετάσεις δε. Ήταν κάτι που έκανα μετά από παραίνεση του αφεντικού μου (που πιστεύει πολύ) πριν περάσω το πρώτο μέρος των εξετάσεων και είπα να το ξανακάνω και για το δεύτερο. Ίσως για τύχη. Δεν προσευχήθηκα. Απλώς κάθισα εκεί για πέντε λεπτά. Εντελώς ωφελιμιστικά. Όρθιος, σε στάση ημιαναπαύσεως. Μετά έφυγα. Στο δρόμο για το σπίτι, μου ήρθε στο μυαλό η μαμά.

Έχω ξεχάσει πότε ακριβώς πέθανε η μαμά. Νομίζω πως ήτανε 28 Ιουνίου αλλά δεν είμαι σίγουρος. Ήταν σίγουρα όμως Ιούνιος του 2006. Στα είκοσι δύο μου.

Δε θυμάμαι επίσης ποια ήταν η τελευταία φορά που είδα τη μαμά και ποιες ήταν οι τελευταίες κουβέντες που της είπα. Ήταν σίγουρα σε μία από τις απογευματινές μου επισκέψεις στο νοσοκομείο. Στο τέλος του διαδρόμου της παθολογικής κλινικής. Σε ένα δίκλινο. Στο άλλο κρεβάτι δεν υπήρχε άλλος ασθενής αλλά έμενε ο εκάστοτε συνοδός της μαμάς. Συνήθως μια από τις δύο θείες μου. Ή ο πατέρας μου. Πίστευα πως αφού η μητέρα μου δούλευε στο νοσοκομείο σαν γιατρός πριν αρρωστήσει, είχαμε και ιδιαίτερη μεταχείριση, εξ’ ου και το δίκλινο. Αργότερα διαπίστωσα ότι αυτό το δωμάτιο, όπως και το διπλανό, δινόταν σε ασθενείς σε τελικά στάδια.

Ήταν ο επίλογος τριών χρόνων σε διάφορα νοσοκομεία. Πολλά νοσοκομεία. Πάρα πολλά και διάφορα νοσοκομεία. Πώς να αγαπήσεις, να μιλήσεις, να θυμώσεις, να γελάσεις, να νευριάσεις με τη μαμά σου μέσα σε αυτούς του άσπρους τοίχους; Ανάμεσα σε ορούς και αλουμινόχαρτα και βελόνες και κλάματα και πεσμένα μαλλιά και απελπισία και ψέματα και ελπίδες; Περιμένοντας την επόμενη αξονική; Παίρνοντας μικρές και αβέβαιες παρατάσεις; Δε μπορείς. Τα σβήνει όλα το ψεύτικο, έντονο λευκό φως. Και ένας μόνιμος, καλοδεμένος κόμπος στο λαιμό.

Η τελευταία συζήτηση που μπορώ να θυμηθώ με τη μαμά μου ήταν σε αυτό το δωμάτιο δύο εβδομάδες περίπου πριν φύγει. Μου είχε πει να κάτσω δίπλα της. Ήταν ιδιαίτερα εύθραυστη  προς το τέλος. Κάθισα με προσοχή. Με αγκάλιασε με δύναμη που με ξάφνιασε. Με ρώτησε αν την αγαπώ. Πάντα ντρεπόμουν να το πω. Της είπα ότι την αγαπώ. Κάπως αμήχανα.

Μετά με ρώτησε κλαίγοντας αν προσεύχομαι για εκείνη. Αλλά δε μπορούσα να της πω ψέματα. Προσπάθησα. Αλλά δεν της είπα. Από κει και πέρα δε θυμάμαι. Η μνήμη μου έχει ξεφτίσει. Αυτή είναι η τελευταία ανάμνηση που έχω με τη μαμά μου. Ζει μαζί μου, μεγαλώνει και ωριμάζει και δε με αφήνει ποτέ.

Advertisements

One thought on “Ασθενής μνήμη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s