Η Νίκη

Η πιο αντιπροσωπευτική εικόνα από τα Χριστούγεννα των παιδικών μου χρόνων είναι η χιονισμένη ανηφόρα του συνοικισμού μας. Η άσφαλτος της, καθαρισμένη στη μέση από τα μεγάλα πορτοκαλί γκρέιντερ. Δεξιά και αριστερά του δρόμου συσσωρευμένοι όγκοι χιονιού και λάσπης, παγωμένοι από την ξαστεριά της προηγούμενης νύχτας. Πάνω τους χτυπάει ο εκθαμβωτικός ήλιος που με τυφλώνει ενώ προσπαθώ να ανεβαίνω την ανηφόρα ασθμαίνοντας με κόκκινα μάγουλα και ιδρωμένα μπούτια με στόχο να πω τα κάλαντα σε όσα περισσότερα σπίτια μπορώ.

Ο κατά πέντε χρόνια μεγαλύτερος αδερφός μου είχε αποσυρθεί προ πολλού και έτσι έπρεπε να περιδιαβαίνω πλέον μόνος μου τους ερημικούς δρόμους της συνοικίας μας μέσα στις γκρι λαστιχένιες μπότες μου. Από οικονομικής άποψης, ήταν σαφώς αποδοτικότερη αυτή η μοναξιά καθώς οι περίοικοι ήταν πάντα πιο γενναιόδωροι σε αυτούς που έψελναν μόνοι. Ωστόσο, με τις αγέλες αδέσποτων σκυλιών που επικρατούσαν στον συνοικισμό, δε μπορώ να πω ότι ένιωθα ιδιαίτερα τυχερός παρ’ όλα τα οικονομικά οφέλη. Εξάλλου σε τι θα μπορούσαν να με ωφελήσουν τα χρήματα αν με έπαιρναν στο κατόπι εκείνα τα θηριώδη τσοπανόσκυλα; 

Όσον αφορά στο τιμολόγιο των καλάντων εκείνη την εποχή θυμάμαι μια αξιοπρεπέστατη αμοιβή ήταν πενήντα δραχμές, ενώ μακράν πιο συνηθισμένα ήταν τα φιλοδωρήματα των είκοσι και δέκα δραχμών. Αν μάλιστα σκεφτείς ότι ο συνοικισμός μας αποτελούνταν κατά βάση από μονοκατοικίες, κανείς έπρεπε να είναι στο δόμο για αρκετές ώρες πριν καταφέρει να μαζέψει ένα αξιόλογο ποσό ή πριν βγει να τον φωνάξει η μητέρα του από το μπαλκόνι για να γυρίσει σπίτι. 

Ένα κοινό μυστικό για την αύξηση των εισπράξεων, ήταν τα σπίτια των κοντινών γειτόνων τα οποία πάντα φιλοδωρούσαν γενναιόδωρα τα παιδιά των γειτόνων, μάλλον για να μην σχολιάζει ο ένας για το πόσα έδωσε ο άλλος. Αυτό αποτελούσε μια σύμβαση που είχαμε αποκρυπτογραφήσει εμείς οι μικροί και την εκμεταλλευόμασταν προς το συμφέρον μας. Ο μόνος σκόπελος που είχε να ξεπεράσει κανείς ήταν η ντροπή του γιατί τους κοντινούς γείτονες, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους του συνοικισμού, τους γνωρίζαμε και όσο να πεις είναι πιο εύκολο να απευθύνεσαι σε άγνωστο κοινό από ό,τι σε γνωστό. Ένα άλλο μειονέκτημα ήταν ότι οι κοντινοί γείτονες, σε αντίθεση με τους μακρινούς σε υποχρέωναν να πεις όλα τα κάλαντα, ελέγχοντας επικίνδυνα τις γνώσεις σου σε αντίθεση με τους πιο μακρινούς που απλώς άνοιγαν την πόρτα, σε άφηναν να πεις τις πρώτες στροφές, έμπαιναν στο σπίτι να βρουν «ψιλά» και μόλις επέστρεφαν σε διέκοπταν φιλεύοντάς σε και λέγοντας σου «και του χρόνου». Τι λύτρωση!

Το τιμολόγιο για τον αυξημένο συντελεστή δυσκολίας των κοντινών γειτόνων ποικίλε από ένα πεντακοσάρικο έως και ένα χιλιάρικο και ήταν, σε σύγκριση με την κανονική ταρίφα, δεόντως ελκυστικό. Στο τέλος της μέρας, θυμάμαι πως αναγκαζόμουν να ψάλλω και στους γονείς μου (με τους ίδιους και υψηλότερους συντελεστές δυσκολίας και «εξευτελισμού») ωστόσο έναντι αρκετά υψηλότερης αμοιβής. Δέκα χιλιάδες δραχμές! Και μάλιστα στο δεκαχίλιαρο που απεικόνιζε τον Παπανικολάου.

Τα χρήματα που συγκεντρώναμε από τα κάλαντα, αν δεν υπήρχε κάποιος ειδικός αποταμιευτικός σκοπός, όπως κάποια κασέτα για το ατάρι, τα ξοδεύαμε μεταξύ άλλων σε κάθε είδους τυποποιημένο σνακ και γλύκισμα στο συνοικιακό μπακάλικο. Ίσως η καλύτερη επένδυση των παιδικών μου χρόνων η οποία ωστόσο έβρισκε κάθετα αντίθετη τη μητέρα μου η οποία επέβαλε αυστηρή απαγόρευση αυτών των ειδών στο σπίτι. Δεν ήταν λίγες οι φορές που αναγκαζόμουν να κρύψω κάτω από το φουσκωτό μπουφάν μου σακουλάκια από κυματιστά πατατάκια με γεύση μπάρμπεκιου προκειμένου να τα φυγαδέψω στο δωμάτιό μου και να αφεθώ σε μια από τις πιο μαγικές και ενοχικές απολαύσεις της παιδικής μου ηλικίας. Δεν ήταν ωστόσο και λίγες οι φορές που η μητέρα μου ανακάλυπτε ετεροχρονισμένα τα πειστήρια του «εγκλήματος», παρά τις φιλότιμες προσπάθειές μου να τα καταχωνιάσω επιμελώς κάτω από τα υπόλοιπα σκουπίδια.

Άλλες επενδύσεις περιλάμβαναν σοκολάτες όλων των ειδών που ιδιαίτερα την περίοδο των Χριστουγέννων πλήθαιναν σε ποσότητα και είδη στο συνοικιακό παντοπωλείο. Η ιδιοκτήτρια του παντοπωλίου ήταν η Νίκη. Μια γεροδεμένη αλλά μικροκαμωμένη μαυριδερή κυρία με πυκνά σγουρά μαύρα μαλλιά και μαύρες φακίδες στο πρόσωπο. Καθόταν πάντα στη μέση του πάγκου επιβλέποντας όλο το μαγαζί διακριτικά. Το μπακάλικο, που ήταν για καιρό το μόνο στο συνοικισμό μας, είχε τόσο συνδεθεί με αυτή που το όνομά της είχε πλέον γίνει τοπωνύμιο. Ποτέ δε λέγαμε με τα άλλα παιδιά του συνοικισμού «πάμε στο ψιλικατζίδικο» ή «στο παντοπωλείο» αλλά «πάμε στη Νίκη» ή «θα βρεθούμε στη Νίκη».

***

Οι πρώτοι κάτοικοι του συνοικισμού μας ήταν πρόσφυγες από τη Ρωσία που τους είχαν παραχωρηθεί οικόπεδα για να εξομαλυνθεί η ένταξή τους στην κοινωνία. Η Νίκη ήταν μια από αυτούς και το μπακάλικό της βρισκόταν στο ισόγειο του σπιτιού της. Ωστόσο, καθότι ο συνοικισμός ήταν σε ένα προνομιούχο προάστιο της πόλης, πολλοί πρόσφυγες πουλούσαν τα οικόπεδά τους σε αρκετά καλές τιμές σε κατοίκους της πόλης που ήθελαν να μετακομίσουν από το κέντρο και να κτίσουν μονοκατοικίες.

Όταν εμείς είχαμε μετακομίσει στον συνοικισμό, οι δρόμοι ήταν ακόμα χωματόδρομοι και πολύ αργότερα ο δήμος έστρωσε χαλίκι, που έμεινε για δύο περίπου χρόνια προτού επιτέλους ασφαλτοστρωθεί. Όταν ο δρόμος είχε ασφαλτοστρωθεί είχα εντυπωσιαστεί τόσο που ένιωθα πως το σπίτι μας να είχε μεταφερθεί δίπλα σε κάποιο αεροδιάδρομο.

Σιγά σιγά, ο συνοικισμός άρχισε να οργανώνεται περισσότερο. Μια οικογένεια ντόπιων βιομηχάνων παραχώρησε την εκκλησία του συνοικισμού μας. Μετά, ιδρύθηκε ο σύλλογος πολιτισμού και τεχνών και έπειτα ιδρύθηκε και το πρώτο νηπιαγωγείο στο οποίο πήγα και εγώ.

Νηπιαγωγός εκεί ήταν η κυρία Μαρία η οποία μας έκανε και μαθήματα κατηχητικού κάθε Κυριακή, μετά την εκκλησία. Ο αδερφός μου αντιδρούσε πολύ σε αυτά τα μαθήματα γιατί δεν ήθελε να ξυπνάει νωρίς τις Κυριακές οπότε τα είχε σύντομα εγκαταλείψει και έτσι βρέθηκα να πηγαίνω εκεί μόνος.

Από παιδί ήταν πάντα μεγάλη ευχαρίστησή μου να βλέπω τους γονείς μου ικανοποιημένους και εφόσον αυτό τους ευχαριστούσε, πήγαινα τακτικά στα μαθήματα του κατηχητικού χωρίς ωστόσο να περνάω ιδιαίτερα ευχάριστα. Τα κατηχητικό γινόταν στην ίδια αίθουσα του νηπιαγωγείου. Τα μαθήματα αυτά ήταν κατά κανόνα βαρετά και δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσουν ώστε να επιστρέψω σπίτι και να δω παιδικά στην τηλεόραση απολαμβάνοντας τις λιχουδιές που θα είχα αγοράσει πιο πριν από τη Νίκη. Το νηπιαγωγείο βρισκόταν στο μέσο του συνοικισμού και είχε εύκολη πρόσβαση και στη Νίκη και στο σπίτι. Αυτός ήταν ακόμη ένας λόγος που ανεχόμουν τον Κυριακάτικο κατηχισμό της κυρίας Μαρίας.

Εκτός από βαρετά, τα μαθήματα ήταν και μερικές φορές αγχωτικά γιατί η κυρία Μαρία μας έβαζε να αποστηθίζουμε ολόκληρα εδάφια από την Καινή Διαθήκη και προσευχές στις οποίες μας εξέταζε την επόμενη Κυριακή. Μαζί μας, έκανε μάθημα και η κόρη της κυρίας Μαρίας, η Γαβριέλα η οποία πάντα έπαιρνε το μεγαλύτερο βαθμό αφού σύμφωνα με την κυρία Μαρία ήταν ένα πολύ καλό κορίτσι που μελετούσε συστηματικά όμως ήταν επίσης και πολύ έξυπνη και δε χρειαζόταν να ξοδεύει πολλές ώρες πάνω από τα βιβλία.

Η κυρία Μαρία ήταν μια ισχνή, χλωμή και μικροκαμωμένη κυρία που φορούσε χοντρά γυαλιά, κάτι που στα μάτια μου την έκανε αυτόματα και λόγια. Φυσικά ως νήπιο, δεν είχα το δικαίωμα να αμφιβάλλω για τις προθέσεις και τους τρόπους της κυρίας Μαρίας, ωστόσο μου έκανε πάντα εντύπωση ότι ρωτούσε κατά καιρούς τους μαθητές το πόσα χρήματα έβγαζαν οι γονείς τους, ή το πόσο κόστισε η κατασκευή του σπιτιού τους. Εντύπωση μου έκανε και η συνήθειά της να κοιτάζει τις ταμπέλες από τα ρούχα μας «για να πάρει ίδια και στη Γαβριέλλα, τον Κωνσταντίνο, τον Αλέξανδρο και την Γεσθημανή». Το κρύο άγγιγμα από τα κοκαλιάρικα δάχτυλά της όταν ψαχούλευε το σβέρκο μας για να ξεθάψει την ταμπέλα το θυμάμαι ακόμα, όπως επίσης και την απογοήτευσή της όταν η ταμπέλα είχε κοπεί από τη μητέρα μου για να μη μου γαργαλάει το σβέρκο. Όταν ερχόταν η ώρα του κολατσιού, η κυρία Μαρία πάντα κοίταζε με ενδιαφέρον το τι μας είχαν ετοιμάσει οι μητέρες μας και κάποτε μας ζητούσε να δώσουμε λίγο και στην Γαβριέλλα για να δοκιμάσει. Όταν όμως από παιδική λαιμαργία ενδιαφερόμασταν για το κολατσιό της Γαβριέλλας, η κυρία Μαρία μας εξηγούσε πώς δεν ήταν κάτι που θα μας άρεσε και εξάλλου δεν είχε την άδεια των γονιών μας να δοκιμάζουμε φαγητά τα οποία δεν είχαν εγκρίνει.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που εν μέσω των μαθημάτων η κυρία Μαρία σηκωνόταν και πήγαινε στην σόμπα που ήταν δίπλα από το παράθυρο, τραβούσε την κιτρινισμένη από την υγρασία κουρτίνα και μας αγνοούσε εντελώς ενώ κοιτούσε απορροφημένη τις κινήσεις των γειτόνων από το απέναντι σπίτι τρίβοντας τα χέρια της πάνω από τη σόμπα. Μία από αυτές τις φορές, μια συμμαθήτρια μου, η Σοφία είχε σκοντάψει στο περβάζι της πόρτας και έσκισε τα χείλη της πέφτοντας πάνω στο μωσαϊκό. Ποτέ δεν είχα δει την κυρία Μαρία τόσο φοβισμένη αλλά και νευριασμένη. Μας είχε μαλώσει όλους και μας είχε κατηγορήσει για το περιστατικό και όταν η αιμορραγία ευτυχώς σταμάτησε, μας είχε πει πως δε χρειάζεται να πούμε τίποτα στους γονείς μας γι αυτό αν δε θέλαμε να μπούμε όλοι τιμωρία.

Εκτός από Νηπιαγωγός, η κυρία Μαρία ήταν και ιδιαίτερα δραστήρια στον συνοικισμό μας και συμμετείχε πάντα στα διάφορα κοινωνικά δρώμενα, όπως έρανοι, φιλανθρωπίες και άλλες αγαθοεργίες πάντα υπό την αιγίδα της Μητρόπολης. Η μόνη φορά που δεν είχε συμμετάσχει σε κάποια από τις πρωτοβουλίες της ενορίας ήταν το πολύ αργότερο κίνημα των «ταυτοτήτων» του Χριστόδουλου και αυτό γιατί είχε έρθει σε σύγκρουση με τον άντρα της ο οποίος όμως δεν της επέτρεψε να συμμετάσχει γιατί φοβόταν ότι θα γίνει περίγελως στο κόμμα.

Η κυρία Μαρία μας μιλούσε συχνά για «πολιτική» μέσα στα μαθήματα και δε δίσταζε να μας ρωτάει τι ψηφίζουν οι γονείς μας. Συχνά μας έλεγε για το πόσο ευγνώμων ήταν στον Ανδρέα Παπανδρέου που είχε διορίσει αυτή και τον άντρα της και αρκετές φορές επέπληττε τα νήπια των οποίων οι γονείς ήταν με τον Μητσοτάκη.

***

Παρά το δίπολο Νέας Δημοκρατίας, ΠΑ.ΣΟ.Κ., οι κάτοικοι του συνοικισμού μας συμβίωναν αρμονικά αφού αυτά που τους ένωναν ήταν περισσότερα από αυτά που τους χώριζαν. Ένας από αυτούς τους συνδετικούς κρίκους ήταν και η τοπική Ενορία στις λειτουργίες της οποίας η κυρία Μαρία πήγαινε ανελλιπώς. Είχε μάλιστα και δικιά της θέση στην πρώτη σειρά από το ιερό βήμα. Στεκόταν εκεί σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της λειτουργίας κρατώντας το ψαλτήριο τσέπης στο ύψος της κοιλιάς της και σιγοψέλνοντας μαζί με τον ψάλτη της ενορίας. Όποτε άνοιγε η πόρτα, γυρνούσε με βραδύτητα και κοίταζε αυτόν που είχε έρθει στη μέση της λειτουργίας πάνω από τα χοντρά γυαλιά της σχεδόν επικριτικά.

Εμείς, σαν οικογένεια, πηγαίναμε στην εκκλησία κάθε Κυριακή αλλά επειδή ο αδερφός μου προέβαλε πάντα σθεναρές αντιστάσεις στο να σηκωθεί από το κρεβάτι, φτάναμε το νωρίτερο στο «Πιστεύω» εισπράττοντας το επικριτικό βλέμμα της κυρίας Μαρίας. Στο τέλος κάθε λειτουργίας, και πριν το αντίδωρο (που ήταν για μας τα παιδιά το πιο ενδιαφέρον μέρος) ένας ιεροκήρυκας στεκόταν στη μέση του ιερό βήματος και διάβαζε τις εγκυκλίους της Μητρόπολης.

Συνήθως όταν τα Χριστούγεννα πλησίαζαν οι εγκύκλιοι αφορούσαν στο μήνυμα των Χριστουγέννων και την αγάπη προς το συνάνθρωπο. Εκείνες τις γιορτές όμως, μια από τις εγκυκλίους είχε να κάνει με τον ολοένα και αυξανόμενο κίνδυνο των μαρτύρων του Ιεχωβά. Η Μητρόπολη καλούσε τις τοπικές ενορίες να πάρουν μέτρα ώστε αυτός ο κίνδυνος να αντιμετωπιστεί και κτυπηθεί με τα κατάλληλα μέσα. Τα μέλη της ενορίας θα έπρεπε να κλείνουν τις πόρτες τους στου πλανόδιους μάρτυρες του Ιεχωβά ενώ τυχόν κάτοικοι που ήταν οι ίδιοι μάρτυρες θα έπρεπε να εντοπιστούν και να απομονωθούν.

Η ομιλία αυτή δεν εμπεριείχε ονόματα κατοίκων αλλά για κάποιο λόγο είχε κυκλοφορήσει η φήμη στο συνοικισμό πως και η Νίκη είναι μια από αυτούς. Το αποτέλεσμα αυτής της φήμης ήταν ότι πολλοί κάτοικοι του συνοικισμού είχαν σταματήσει πλέον να κάνουν τα ψώνια τους στη Νίκη αλλά άρχισαν ολοένα και περισσότερο να προτιμούν τον «Σωτηρίου» ένα καινούργιο μίνι μάρκετ στο τέρμα την ανηφόρας του συνοικισμού στο οποίο δύσκολα έφτανε κανείς χωρίς αυτοκίνητο.

Παρ’ όλη την απαγόρευση, μερικά παιδιά (μεταξύ των οποίων και εγώ) συνέχιζαν να επισκέπτονται και να ψωνίζουν από τη Νίκη ο καθένας για τους δικούς του λόγους.

Η κυρία Μαρία ωστόσο είχε αντιληφθεί πως κάποιοι από εμάς συνεχίζαμε να ψωνίζουμε από τη Νίκη μετά το κατηχητικό οπότε σε ένα μάθημα, το τελευταίο πριν τα Χριστούγεννα, ανάμεσα σε καμπάνες κολλημένες με ζυμαρικά και βαμμένες με χρυσό σπρέι, μας είχε υπαγορεύσει μετά το σχόλασμα να πάμε στη Νίκη, να κάνουμε επιδεικτικά το σταυρό μας και να φύγουμε από το μαγαζί χωρίς να ψωνίσουμε τίποτα. Μας είχε μάλιστα υποσχεθεί ότι θα μας έβαζε όλους «άριστα» στις καρτέλες αν ακολουθούσαμε τις οδηγίες της.

Όταν σχολάσαμε, παρ’ όλο που ήμουν αποφασισμένος να μη συμμετέχω σε αυτή την εκστρατεία, ακολούθησα τα άλλα παιδιά, κυρίως από περιέργεια. Όταν οι άλλοι μπήκαν μέσα εγώ έμεινα από έξω να τους κοιτάζω. Τους είδα να κάνουν το σταυρό τους και την Νίκη να κοιτάζει με απορία. Τότε βγήκαν έξω χασκογελώντας και έκλεισαν την πόρτα. Μέσα, η Νίκη  κοιτούσε αμήχανα τον πάγκο. Στο δρόμο για το σπίτι, συνάντησα την κυρία Μαρία με κάποιους άλλους από την ενορία να στολίζουν την φάτνη στην πλατεία του συνοικισμού. Το θείο βρέφος ήταν ακουμπισμένο πάνω σε ένα κουτί από πατατάκια μπάρμπεκιου.

Advertisements

2 thoughts on “Η Νίκη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s