Ο Δημητρακόπουλος και το γκρουπάκι των Χριστουγέννων

Στην πρώτη μου μετάθεση, ή «τοποθέτηση» όπως είναι πιο σωστά ο όρος (αυτοί του πρώτου γραφείου θα καταλάβουν), ο λόχος μας στεγαζόταν σε ένα ρημαγμένο κτίριο του ’60 με βρόμικο μωσαϊκό και σάπια σιδερένια κουφώματα διάτρητα στο τσουχτερό κρύο του τέταρτου σώματος.

Η κρίση είχε μπει για τα καλά και η θέρμανση στον θάλαμο που βρισκόταν στον πρώτο όροφο ήταν ένα κακόγουστο αστείο. Το δε ζεστό νερό ένα ανέκδοτο αφού για 85-115 άτομα υπήρχε ένας θερμοσίφωνας ούτε καν οικιακός (σχεδόν μισής χωρητικότητας από ένα κανονικό οικιακό).

Το πιο εξωφρενικό ήταν ότι τα κλειδιά για τον θερμοσίφωνα ήταν στην επίβλεψη ενός ΕΠΟΠ  ο οποίος βαριόταν να διασχίσει ένα δρόμο 20 μέτρων για να έρθει και να τον ανάψει οπότε μας άφηνε κατά κανόνα με κρύο νερό μέσα στον Χειμώνα.

Ευτυχώς που οι μισοί στη μονάδα ήταν βύσματα της τοπικής πόλης και είχαν «διανυκτέρευση» και έτσι δεν υπήρχε τόσος μεγάλος συνωστισμός στα μπάνια. Για εμάς τους υπόλοιπους, είχε ο θεός.

Ένας από μας τους υπολοίπους λοιπόν ήταν και ο Δημητρακόπουλος που ήταν από την Πελοπόννησο (αδυνατώ να θυμηθώ πόλη, αλλά νομίζω Τρίπολη). Υπήρχε η φήμη στο στρατόπεδο πώς ο Δημητρακόπουλος έπασχε από μανιοκατάθλιψη, αλλά αυτή ήταν μια από τις διαγνώσεις – κουτσομπολιά που αφθονούν στο στρατό για όλους και για όλα.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι ακολουθούσε φαρμακευτική αγωγή που τον έκανε να κοιμάται αρκετές ώρες μέσα στην ημέρα. Όταν έπαιρνε τα χάπια του, ο Δημητρακόπουλος ήταν η χαρά της ζωής. Τραγουδούσε με πάθος Σάκη Ρουβά (σπάσαν τα πατώματα που δεν τα περπάτησες) ενώ κυλιόταν στο πάτωμα και τους οπλοβαστούς τυλιγμένος μόνο με ένα σεντόνι. Στην πρωινή αναφορά, όταν ξυπνούσε και κατέβαινε, τραγουδούσε το «Μέσ’ αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή».

Όταν όμως δεν έπαιρνε τα χάπια του, τον έπιαναν συναισθηματικές μεταπτώσεις και έκλαιγε γοερά ξαπλωμένος στο κρεβάτι του χωρίς να τον παρηγορεί τίποτα. Όπλο φυσικά δεν είχε και ούτε άλλες υπηρεσίες έκανε και ήταν να απορεί κανείς γιατί δεν απαλλασσόταν από τη θητεία, όμως η λογική του στρατού σπάνια συμβαδίζει με την κοινή.

Οι συνθήκες προσωπικής του υγιεινής συμβάδιζαν με αυτή του χώρου ενώ οι παλιοί τον είχαν βάλει να κοιμάται μόνος του στην πρώτη πρώτη κουκέτα στην είσοδο του θαλάμου για να μην τους μυρίζει. Αυτό όμως είχε τη συνέπεια σε περιπτώσεις επιθεώρησης να τρώμε όλοι καμπάνα γιατί λόγω μυρωδιάς (που μπορούσε να αντιληφθεί κανείς από το ισόγειο) ο θάλαμος φαινόταν πάντα βρόμικος.

Θυμάμαι πάντα όταν γυρνούσαμε από υπηρεσία ο Δημητρακόπουλος ήταν συνήθως ξαπλωμένος στο κρεβάτι του με τη λερωμένη σκελέα που φορούσε μόνιμα και μας ζητούσε να του πάρουμε ένα κρουασάν από το μηχάνημα του ισογείου απλώνοντας το χέρι του στο οποίο είχε μέσα ένα ευρώ. Τα μάτια του ήταν πάντα υγρά και είχε κατά κανόνα ένα νυσταλέο βλέμμα. Πάντα φορούσε γιωτοπάπουτσα (τα αθλητικά του στρατού αντί για τις αρβύλες όπως προβλέπεται) και το χιτώνιό του ήταν μόνιμα στραβά κουμπωμένο, «τσίτα» στην κοιλιά του και κάπως «μπόλικο» στα  μανίκια.

Οι αξιωματικοί ήταν κατά κανόνα ανεκτικοί μαζί του (πώς θα μπορούσαν να μην είναι άλλωστε) και τον κρατούσαν (όσο μπορούσαν) κρυφό από τον Διοικητή (ο οποίος ήταν στην πραγματικότητα υποδιοικητής που εκτελούσε χρέη Διοικητή αφού η κύρια μονάδα ήταν σε αποστολή στο Αφγανιστάν).

Ο Γεωργίου, ο Διοικητής, ήρθε σε πρώτη επαφή με τον Δημητρακόπουλο λίγο πριν τα Χριστούγεννα όταν είχε σκάσει εξωτερική έφοδος* και είχε πετύχει τον Δημητρακόπουλο να τραγουδά Βουγιουκλάκη στον θαλαμοφύλακα στις 3:30 το βράδυ και, για κακή του τύχη, να κοιμάται το επόμενο πρωί στις 11.

Η εξωτερική [έφοδος] έβγαλε τον Δημητρακόπουλο στην αναφορά**. Αφού όμως ήταν Σάββατο όταν αυτό συνέβη, μεσολάβησαν δύο αγωνιώδεις μέρες μέσα στις οποίες ο Δημητρακόπουλος μιλούσε σε όλους τους στρατιώτες του λόχου για την αγωνία του μην χάσει το γκρουπάκι Χριστουγέννων που είχε πάρει αφού είχε υποσχεθεί στη μάνα του ότι θα κατέβαινε για Χριστούγεννα***.

Τελικά η Δευτέρα έφτασε και ενώ κάποιοι ετοιμάσαμε τον Δημητρακόπουλο για να είναι όσο πιο ευπρεπής γίνεται στην αναφορά (γυάλισμα αρβυλών και προβλεπόμενο ντύσιμο) ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος μεταξύ του Γεωργίου και του Δημητρακόπουλου όταν έφτασε η σειρά του και αφού παρουσιάστηκε****:

-«Εσύ Δημητρακόπουλε γιατί είσαι αναφερόμενος».

-«ΓΙΑΤΙ ΚΟΙΜΟΜΟΥΝ ΣΤΙΣ 11 ΤΟ ΠΡΩΙ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΚΥΡΙΕ ΔΙΟΙΚΗΤΑ».

-«Και γιατί κοιμόσουν Δημητρακόπουλε παιδί μου, ήσουν κουρασμένος ή έχεις έρθει εδώ για διακοπές;», φρόντισε να τον ειρωνευτεί ο Γεωργίου.

-«ΓΙΑΤΙ ΠΙνω χάπια κύριε Διοικητά», απάντησε με μειούμενη σε ένταση φωνή ο Δημητρακόπουλος ενώ κράτησε το κεφάλι του ψηλά (όπως υποτίθεται ότι προβλέπεται στην αναφορά). Μερικά διάσπαρτα γέλια ακούστηκαν από κυρίως διπλανούς λόχους ενώ ο λοχαγός μας (ένα ανθυπολοχαγός που τελούσε χρέη λοχαγού) εξήγησε στον Διοικητή ότι είναι άρρωστος.

Το θέμα για καλή του τύχη τελείωσε εκεί. Του επιβλήθηκε ονομαστικά στέρηση εξόδου και ο Δημητρακόπουλος έφυγε κανονικά για το γκρουπάκι του τα Χριστούγεννα. Τη μέρα αναχώρησής του ήταν ευδιάθετος και τραγουδούσε (όπως πάντα Βουγιουκλάκη).

Ο καιρός πέρασε και έφτασε η μέρα που επέστρεφε το γκρουπάκι των Χριστουγέννων. Παράλληλα, ετοιμαζόμασταν να φύγουμε εμείς που είχαμε πάρει γκρουπάκι Πρωτοχρονιάς. Το βράδυ που γύρισε ο Δημητρακόπουλος ήμουν θαλαμοφύλακας. Ήταν φανερά μελαγχολικός. Ανέβηκε πάνω στο θάλαμο. Άφησε την τσάντα του και κατέβηκε στο ισόγειο, αγόρασε ένα κρουασάν και ανέβηκε ξανά. Τότε κάθισε και το έτρωγε σιωπηλά, στηρίζοντας τους δυο του αγκώνες στον οπλοβαστό.

—————

*Όταν κάποιος αξιωματικός που δεν ανήκει στο στρατόπεδο κάνει έφοδο. Αυτές οι έφοδοι είναι και οι πιο αυστηρές αφού δε μπορούν κατά κανόνα να κουκουλωθούν οι παρατυπίες που ίσως εντοπιστούν.

**Διαδικασία στην οποία υποβάλλονται οι τιμωρούμενοι ή τιμώμενοι στρατιώτες. Ουσιαστικά βγαίνουν στην πρωινή αναφορά του τάγματος (μάζωξη) και αναφέρουν τον λόγο για τον οποίο είναι αναφερόμενοι (π.χ. τους έπιασαν να κοιμούνται στην σκοπιά). Ο Διοικητής μπορεί να τους επιβάλει ποινή ή να τους επιβραβεύσει με τιμητική άδεια στην περίπτωση που είναι αναφερόμενοι για καλό λόγο (εξαιρετικά σπάνια).

*** Αυτό θα μπορούσε να γίνει αν ο Διοικητής αποφάσιζε να τον τιμωρήσει.

**** Διαδικασία κατά την οποία κάποιος αναφέρει το βαθμό του, το όνομά του και τη σειρά κατάταξης σε ανώτερό του.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s