Τετάρτη πρωί

Σήμερα στο δρόμο ήταν σταματημένο ένα ασθενοφόρο. Πάντα τρέμω στο τι θα δω πιο δίπλα. Ποιον και σε τι κατάσταση να περιμένει να μπει μέσα. Οπότε πάντα όταν μπορώ γυρνάω από την άλλη ή προσπαθώ να μην κοιτάξω προς τα εκεί.

Σήμερα όμως δεν τα κατάφερα. Όταν έστριψα στο διπλανό δρόμο από εκεί που ήταν σταματημένο και νόμισα ότι διέφυγα τον κίνδυνο είδα να κατεβάζουν μια γιαγιά από μια πολυκατοικία πάνω σε μια αναπηρική καρέκλα. Οι νοσοκόμοι δεν σέρναν την καρέκλα στο πεζοδρόμιο αλλά την μετέφεραν σηκωτή.

Πέρασα ακριβώς δίπλα τους. Η γιαγιά φορούσε μόνο τη νυχτικιά της και βογγούσε κουνώντας το κεφάλι της δεξιά και αριστερά. Παρά το ελαφρό ντύσιμό της, το τσουχτερό κρύο ήταν το τελευταίο πράγμα που έδειχνε να την απασχολεί.

Αν και σε πολύ προχωρημένη ηλικία, το βλέμμα της δεν έδειχνε παραίτηση. Έδειχνε μεν πόνο και καταπόνηση αλλά φαινόταν να έχει επίγνωση αυτού που περνάει και να θέλει να το ξεπεράσει.

Αντίθετα, οι νοσοκόμοι είχαν ένα ανέκφραστο βλέμμα σα να κάναν κάτι διεκπεραιωτικό. Δε φαινόταν να είναι πανικοβλημένοι ούτε και να βιάζονται. Στο δρόμο πιο κάτω, οι άνθρωποι περίμεναν το λεωφορείο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s