Έκτη Δημοτικού (Α’ μέρος)

Αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση υπήρξε αυτό εδώ το κείμενο. Η σκέψη ωστόσο υπήρχε εδώ και αρκετό καιρό· γύριζε στο μυαλό μου μέχρι που ζαλίστηκε και βγήκε κάπως έτσι.

Οι αναμνήσεις μου από τον Παιδικό Σταθμό είναι πολύ πιο έντονες από αυτές των πρώτων τάξεων του Δημοτικού. Ο Παιδικός, βρισκόταν σε ένα αλσύλλιο έξω από την πόλη στο οποίο με πηγαινοέφερνε η μητέρα μου. Το αυτοκίνητό της ήταν ένα Ρενώ τεσσάρι που το περίμενα πώς και πώς κάθε μεσημέρι ανάμεσα στα πεύκα του σταθμού. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφτανε καθυστερημένη γιατί περίμενε να βγουν οι τελευταίες αναλύσεις στο νοσοκομείο και να τις παραδώσει στα αντίστοιχα τμήματα πριν ξεκινήσει. Έτσι τους αιματοκρίτες, τις τρανσαμινάσες και τα τριγλυκερίδια τα περίμενε μαζί μου στο προαύλιο συνήθως και κάποια από τις δασκάλες μας.

Θυμάμαι πολλές φορές όταν φεύγαμε από τον Παιδικό που ήταν αγχωμένη για το πως θα ανέβει με το Ρενώ την ανηφόρα του σταθμού. Αν μάλιστα υπήρχε κάποιο όχημα μπροστά από μας που τύχαινε να σταματήσει στην ανηφόρα για να περάσει κάποιο από το απέναντι ρεύμα που κατέβαινε προς το σταθμό, τότε την έπιανε σχεδόν κρίση πανικού γιατί φοβόταν ότι δε θα μπορούσε να σταματήσει το Ρενώ στην ανηφόρα και να το κάνει να ξεκινήσει πάλι. Αυτό της το άγχος τότε μου φαινόταν πολύ αφύσικο.

Η μετάβαση στο Δημοτικό από το Νηπιαγωγείο έγινε εντελώς φυσικά. Ένιωθα σα να με περίμεναν εκεί από πάντα. Από το Δημοτικό ξεκίνησε και μια παράδοση που με ακολούθησε σε όλα τα χρόνια της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας μου εκπαίδευσης. Ήμουν πάντα το πιο ψηλό παιδί στην τάξη. Κατά συνέπεια, καθόμουν πάντα στο τελευταίο θρανίο μαζί με κάποιον άλλο «ψηλό» και έτσι δε διάλεγα ποτέ εγώ με ποιον θα καθίσω. Μέχρι την Γ’ Δημοτικού ήμουν αρκετά τυχερός γιατί καθόμουν με τον Γιώργο ο οποίος θα γινόταν ο δεύτερος κολλητός φίλος που έκανα ποτέ. Τον πρώτο (που και αυτόν τον λέγανε Γιώργο) τον είχα αποχωριστεί μαζί με τα πεύκα στον Παιδικό Σταθμό αφού έπρεπε να πάει σε άλλο δημοτικό, πιο κοντά εκεί που έμενε.

Ο Γιώργος (του Δημοτικού) έμενε σε ένα μοντέρνο διαμέρισμα στην πόλη πολύ κοντά στο σχολείο. Μικρός, πάντα ζήλευα τα παιδιά μου μέναν σε διαμερίσματα. Εμείς μέναμε σε μονοκατοικία και τα διαμερίσματα μου φαινόταν πολύ πιο «ζεστά» και «φιλόξενα» σε αντίθεση με το δικό μας σπίτι που μου πήρε καιρό να το συνηθίσω.

Με τον Γιώργο βρισκόμασταν συχνά και εκτός σχολείου για να παίξουμε. Στο σπίτι του, ήταν η πρώτη φορά που είχα έρθει σε επαφή με το Sega Mega Drive που οι γονείς του τον άφηναν να έχει στο δωμάτιό του μαζί με δικιά του τηλεόραση. Ένα τέτοιο προνόμιο ούτε κατά διάνοια θα μου επέτρεπαν ποτέ οι δικοί μου. Παίζαμε «Σόνικ» και διαβάζαμε τα «Σαϊνια» στα οποία ο Γιώργος ήταν συνδρομητής και τρώγαμε γαριδάκια και αυγά Kinder έκπληξη. Περνούσαμε φίνα.

Το μόνο που δεν είχαμε κοινό με τον Γιώργο ήταν η ομάδα. Αυτός ήταν ΠΑΟΚ (όπως εξάλλου και τα περισσότερα παιδιά της πόλης μας), ενώ εγώ Παναθηναϊκός. Αυτό ωστόσο κράτησε έως την Γ΄ Δημοτικού που έπαιζε ΠΑΟΚ – ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ τελικό Κυπέλλου στο Μπάσκετ. Ο Γιώργος ήταν τόσο σίγουρος για τη νίκη του ΠΑΟΚ που μου είχε υποσχεθεί πώς αν παραδόξως κερδίσει το κύπελλο ο Παναθηναϊκός, θα γίνει και αυτός Παναθηναϊκός. Η ομάδα του ΠΑΟΚ τότε ήταν όντως πολύ δυνατή με Πρέλεβιτς, Στογιάκοβιτς και άλλους. Φορούσαν θυμάμαι γκρίζες φανέλες με χορηγό τον καφέ Bravo. Ο αγώνας έγινε και ο Παναθηναϊκός νίκησε. Ο Γιώργος κράτησε τον λόγο του και αλλαξοπίστησε. Έκτοτε, δε μας χώριζε τίποτα απολύτως.

Σε μια εντελώς απροσδόκητη εξέλιξη των πραγμάτων, στην Δ’ Δημοτικού, ήρθε η σειρά του Γιώργου αυτή τη φορά να με αποχωριστεί όταν μετακόμισε μόνιμα για Πτολεμαίδα. Ποτέ δεν είχα καταλάβει γιατί έπρεπε να φύγει. Πολύ αργότερα οι γονείς μου μου αποκάλυψαν ότι οι γονείς του είχαν χωρίσει και η μητέρα του είχε γυρίσει στον τόπο καταγωγής της παίρνοντας τον Γιώργο μαζί της ενώ ο πατέρας του έμεινε πίσω με τον αδερφό του. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι ποτέ δεν είχα γνωρίσει τον πατέρα του αλλά αυτό μου φαινόταν κάτι πολύ φυσικό γιατί οι πατεράδες μας κατά κανόνα δεν ήταν σπίτια τα απογεύματα που βρισκόμασταν για παιχνίδι.

Ο αποχωρισμός με τον Γιώργο μου είχε στοιχίσει πάρα πολύ, αλλά ανταλλάξαμε υποσχέσεις ότι θα κρατήσουμε επαφή και ότι θα μιλάμε στο τηλέφωνο. Δε μιλήσαμε ποτέ έκτοτε.

Η συγκυρία που ο Γιώργος έφυγε από το Δημοτικό ήταν, για μένα, τουλάχιστον ατυχής. Και αυτό γιατί όλες οι τάξεις του Δημοτικού ανεξαιρέτως δεν αποτελούσαν τίποτα παραπάνω από μια προετοιμασία για την Ε’ και ΣΤ’ που ήταν οι μόνες τάξεις που αναλάμβανε ο Ευαγγέλου, ο διευθυντής του σχολείου. Η φήμη του Ευαγγέλου απλώνονταν σε όλη την πόλη και ήταν λόγος που πολλά από τα παιδιά που έμεναν ακριβώς δίπλα από το σχολείο έβαζαν «μέσο» για να εγγραφούν σε άλλα σχολεία σε ασφαλή απόσταση από τον Ευαγγέλου που ήταν ο φόβος και ο τρόμος του σχολείου, αν όχι της ευρύτερης περιοχής για τα παιδιά. Ήταν ένας ψηλός, γεροδεμένος εξηντάρης με πυκνά άσπρα μαλλιά και μουστάκι, κιτρινισμένο από τον καπνό του τσιγάρου που συνόδευε πάντα το χέρι του μαζί με το κομπολόι του με τις ασημένιες χάντρες.

Τα παιδιά των μικρότερων τάξεων τον κοιτούσαμε με δέος ενώ μας φαινόταν αδιανόητο πώς τα παιδιά της Ε’ και της ΣΤ’ κατάφερναν να τον έχουν ως δάσκαλο σε όλα τα μαθήματα. Η ύψιστη τιμωρία κάποιου παιδιού ήταν να τον στείλουν «στον Ευαγγέλου» κάτι στο οποίο δεν κατέφευγε κανείς δάσκαλος εκτός κι αν υπήρχε πολύ σοβαρός λόγος. Τα παιδιά που βγαίναν από το γραφείο του Ευαγγέλου φαινόταν σαν να είχαν σημαδευτεί για όλη τους τη ζωή και μόνο υποθέσεις μπορούσαμε να κάνουμε για το τι τους είχε κάνει.

Η πρώτη προσωπική εμπειρία που είχα με τον Ευαγγέλου ήταν μια πολύ καλή επιβεβαίωση της φήμης του και μια πρόγευση του τι μας περίμενε: όταν ήμουν στην Δ’ Δημοτικού παίζαμε μπάλα μαζί μέ κάποια άλλα παιδιά σε ένα δρόμο δίπλα από το το σχολείο το απόγευμα. Για κακή μας τύχη, μετά από κάποιο σουτ, η μπάλα μπήκε μέσα στο προαύλιο του σχολείου στο οποίο ο Ευαγγέλου είχε ρητώς απαγορεύσει την είσοδο σε ώρες εκτός λειτουργίας. Ένα από τα παιδιά πρότεινε να μπούμε μέσα και να πάρουμε τη μπάλα. Δεν είχαμε λόγο να υποθέσουμε ότι ο Ευαγγέλου θα ήταν μέσα στο σχολείο εκείνη την ώρα αλλά δε μπορούσαμε να είμαστε και σίγουροι. Εγώ φοβόμουν να μπω ο ίδιος μήπως έσπαγε ο διάολος το ποδάρι του και ήταν εκεί, αλλά δεν αρνήθηκα να βοηθήσω μαζί με κάποια άλλα παιδιά τον πιο τολμηρό να σκαρφαλώσει τον σιδερένιο φράχτη και να μπει για να βγάλει την μπάλα.

Σχεδόν ταυτόχρονα με το που άγγιξαν τα πόδια του παιδιού το πάτωμα καθώς έπεφτε από τον φράχτη, άνοιξε η πόρτα από το γραφείο των δασκάλων και ο Ευαγγέλου άρχισε να τον πλησιάζει με ταχύ και στιβαρό βηματισμό χωρίς ωστόσο να τρέχει. Το βλέμμα του ήταν στυλωμένο στο παιδί με μίσος και έτριζε τα δόντια του καθ’ όλη την διαδρομή ενώ μου φάνηκε ταυτοχρόνως να χαμογελά. Όμως με ένα ανατριχιαστικό τρόπο.

Το παιδί που είχε μπει μέσα κατάφερε να μας πετάξει την μπάλα όμως δε πρόλαβε να βγει και ο ίδιος πριν τον αρπάξει από την μπλούζα ο Ευαγγέλου. Όλοι οι υπόλοιποι σκόρπισαν αμέσως εκτός από μένα που περίμενα τον άλλο από έξω στεκόμενος δίπλα σαν κάποιο είδος συμπαράστασης. Το παιδί αυτό δεν ήταν στο σχολείο μας και ήλπιζα ο Ευαγγέλου να δείξει μια επιείκια. Γρήγορα διαψέυστηκα. Αφού ο Ευαγγέλου τον πλάκωσε στα χαστούκια, κρατώντας τον σχεδόν στον αέρα από τον γιακά στράφηκε προς τα μένα και μου ζήτησε να τον πλησιάσω. Τότε, έχοντας πλέον εξαντλήσει όλα τα αποθέματα θάρρους που είχα, έκανα πως δεν τον άκουσα και ετράπην σε φυγή προς το γραφείο του πατέρα μου που βρισκόταν επίσης δίπλα από το σχολείο.

Για κακή μου τύχη το διαμέρισμα του Ευαγγέλου βρισκόταν στην ίδια πολυκατοικία με το γραφείο του πατέρα μου και για ακόμη χειρότερη μου τύχη, τον συναντήσαμε με τον Πατέρα μου στην είσοδο της πολυκατοικίας ενώ φεύγαμε προς το δικό μας σπίτι αργότερα το ίδιο βράδυ. Προς μεγάλη μου έκπληξη, ενώ μας είδε, δεν είπε τίποτα, μόνο με κοίταξε με μίσος τρίζοντας τα δόντια του και μας προσπέρασε με αργό βηματισμό. Τότε υπέθεσα πως η ιστορία είχε λήξει εκεί. Μπορεί να μη με ήξερε ή να μην ήταν σίγουρος ότι ήμουν εγώ εκείνος στον οποίο φώναξε λίγο πριν στο σχολείο.

Το επόμενο πρωί η μέρα κυλούσε πολύ ομαλά. Ο Ευαγγέλου έλειπε τις πρώτες ώρες και αυτό προφανώς δούλευε προς όφελός μου. Την τέταρτη ώρα μετά τη Γυμναστική, είχα καθίσει ιδρωμένος στο τελευταίο θρανίο για να παρακολουθήσω «Μελέτη Περιβάλλοντος». Το κουδούνι είχε μόλις χτυπήσει και δεν είχαν μπει ακόμα όλα τα παιδιά μέσα και ως εκ τούτου η πόρτα της τάξης ήταν ακόμα ανοιχτή. Τότε, είδα τον Ευάγγελου να πλησιάζει προς το μέρος σέρνοντας από το αυτί ένα από τα παιδιά που παίζαμε μαζί το προηγούμενο βράδυ το οποίο έδειχνε προς το μέρος μου κλαίγοντας.

Κόπηκαν τα πόδια μου. Μόλις έφτασε σε μένα με έπιασε από το αυτί και άρχισε να μου το τραβάει και να το στρίβει ταυτόχρονα τόσο δυνατά που σχεδόν με έκανε να σηκωθώ από το κάθισμα. Όσο σηκωνόμουν τόσο πιο ψηλά το τραβούσε. Σχεδόν αιωρήθηκα στον αέρα πριν αποφασίσει να μου το αφήσει (μου φάνηκε ότι μου το τραβούσε για τουλάχιστον ένα τέταρτο). Όταν σταμάτησε ανακατευόμουν από τον πόνο. Ποτέ δεν μπήκε στη διαδικασία να μου εξηγήσει το λόγο για την τιμωρία μου. Έτσι, χωρίς να πει τίποτα έφυγε ενώ μια αδιαφορία είχε καταλάβει το πρόσωπό του, ενώ η δασκάλα μας έμπαινε απορημένη στην τάξη για το τι ακριβώς είχε προηγηθεί και γιατί.

Η Δ’ Δημοτικού συνέχισε στους ίδιους ρυθμούς. Ήταν η τελευταία χρονιά της αθωότητας αλλά και ο προθάλαμος των δύο ετών του Ευαγγέλου από τον οποίο περνούσαν όλα τα παιδιά πριν φύγουν για το Γυμνάσιο. Ή σχεδόν όλα.

Η φήμη του Ευαγγέλου έφτανε και στα κατά τόπους Γυμνάσια και όλοι οι καθηγητές συμφωνούσαν για το πόσο πειθαρχημένα είναι τα παιδιά που πέρασαν από αυτόν τον σπουδαίο παιδαγωγό που μπορεί μεν οι μέθοδοι του να είναι κάπως παλαιωμένες όμως το αποτέλεσμα σίγουρα τον δικαίωνε.

Όπως ήδη ωστόσο υπαινίχθηκα, δεν περνούσαν όλα τα παιδιά του Δημοτικού μας από τον Ευαγγέλου. Η Βάσια, για παράδειγμα ήταν η αγαπημένη μαθήτρια της δασκάλας μας, της Φωτεινής. Η Βάσια ήταν μια ξανθιά κοπελίτσα που ντυνόταν πάντα σαν την Μπάρμπι. Αρκετά από τα αγόρια της τάξης ήταν ερωτευμένα μαζί της αφού ήταν πάντα πολύ περιποιημένη και κοκέτα. Μάλιστα, η δασκάλα μας επέμενε επίσης πώς ήταν και η καλύτερη με διαφορά μαθήτρια της τάξης μας. Θυμάμαι μια φορά είχε προκηρυχθεί ένας διαγωνισμός έκθεσης από τη Νομαρχία για το περιβάλλον, και ενώ η έκθεσή της Βάσιας είχε βαθμολογηθεί με Άριστα από τη δασκάλα μας, όταν συναγωνίστηκε με τις άλλες είχε τερματίσει τελευταία.

Αργότερα κατάλαβα ότι η εκτίμηση της δασκάλας προς την Βάσια οφειλόταν κυρίως στο ότι η μητέρα της ήταν επίσης δασκάλα και φίλη της κυρίας Φωτεινής. Όχι ότι η Βάσια δε διάβαζε. Διάβαζε σαν τρελή. Όταν είχαμε διαγώνισμα φρόντιζε πάντα επιμελώς να βάζει την κασετίνα της ανάμεσα στο θρανίο και μάλιστα την άνοιγε σε ύψος ώστε να μην μπορεί να αντιγράψει η διπλανή της από αυτή ενώ αγκάλιαζε με επιμέλεια το γραπτό της.

Επίσης για να μην γυρνάνε και να της μιλάνε οι μπροστινοί της και την αποσπούν από το μάθημα, έβαζε μπροστά στο θρανίο της και κολλητά με τις καρέκλες των μπροστινών, τα χρησιμοποιημένα χαρτομάντιλα στα οποία φυσούσε τη μύτη της.

Η Βάσια λοιπόν, αμέσως μετά την Δ’ Δημοτικού έφυγε από το σχολείο μας και μεταγράφηκε αλλού, χωρίς περαιτέρω διατυπώσεις. Το ίδιο κάνανε και τρεις ακόμη συμμαθητές μας. Θυμάμαι την ανακούφιση όλων τους όταν φεύγανε, όπως επίσης και ένα βλέμμα χαιρεκακίας για όλους εμάς που μέναμε πίσω και θα περνούσαμε από τον Ευαγγέλου για τα επόμενα δύο χρόνια.

Φυσικά ούτε που είχα διανοηθεί να ζητήσω στους γονείς μου να μεταγραφώ σε άλλο σχολείο για να αποφύγω τον Ευαγγέλου αφού ένα τέτοιο αίτημα θα έπεφτε στο κενό.

Με τα πολλά, έφτασε και η σειρά μας να ξεκινήσουμε την Ε’ Δημοτικού. Όμως τότε, συνέβη κάτι εντελώς ανατρεπτικό που κανένας μας δεν είχε φανταστεί.

[Συνεχίζεται]

Advertisements

2 thoughts on “Έκτη Δημοτικού (Α’ μέρος)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s