Έκτη Δημοτικού (Β’ Μέρος)

Το πρώτο μέρος βρίσκεται εδώ.

Η μέρα που όλοι φοβόμασταν είχε έρθει. Η πρώτη μέρα της Ε’ Δημοτικού. Πλέον, η τύχη μας για τα επόμενα δύο χρόνια θα είχε αφεθεί αποκλειστικά στα χέρια του Ευαγγέλου.

Αφού μαζευτήκαμε στο προαύλιο και είπαμε την καθιερωμένη προσευχή, χωριστήκαμε σε τάξεις ώστε να μας μοιράσουν τα νέα βιβλία της χρονιάς. Αφού τα πήραμε, οδηγηθήκαμε στην αίθουσα που συνήθως φιλοξενούσε την Ε’ Δημοτικού. Ήταν η δεύτερη αίθουσα δίπλα από το γραφείο των δασκάλων. Η πρώτη, ήταν η ΣΤ’ Δημοτικού. Αφού μπήκαμε και καθίσαμε με τα ίδια παιδιά που καθόμασταν στην Δ’ δημοτικού (κάτι που προφανώς ο Ευαγγέλου θα άλλαζε) μας περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη. Αντί για τον Ευαγγέλου, μπήκε στην αίθουσα η κυρία Φωτεινή με ένα πλατύ χαμόγελο κάτω από τις πορτοκαλί της αφέλειες. Ξεσπάσαμε τότε όλοι σε συγκρατημένους πανηγυρισμούς. Ήταν λόγω της χαράς μας που βλέπαμε ξανά την κυρία Φωτεινή μετά από τόσους μήνες αλλά κυρίως της ανακούφισης που για κάποιο λόγο, όποιος και να ήταν αυτός, δεν είχε μπει μέσα στην αίθουσα ο Ευαγγέλου. Έστω και ένα δευτερόλεπτο μακριά του ήταν μια μικρή ανάσα ελευθερίας. Μία νίκη. Αφού οι πανηγυρισμοί κόπασαν, η κυρία Φωτεινή μας εξήγησε πως φέτος θα ήταν η πρώτη χρονιά που ο Ευαγγέλου δε θα αναλάμβανε την Ε΄ Δημοτικού και θα αναλάμβανε μόνο την ΣΤ’ Δημοτικού. Η χαρά και η ανακούφισή μας ήταν απερίγραπτη.

Η υπόλοιπη χρονιά κύλησε ομαλά και χωρίς πολλά απρόοπτα. Από άποψη ύλης, η Ε΄ Δημοτικού ήταν μια από τις δυσκολότερες τάξεις του δημοτικού, όχι όμως και κάτι ακατόρθωτο. Καμία φορά ερχόταν κάποιος εκπαιδευτικός επιμελητής από την Πρωτοβάθμια για να βεβαιωθεί ότι η διδασκαλία γινόταν σύμφωνα με τις οδηγίες του Υπουργείου. Ο Επιμελητής ερχόταν πάντα απροειδοποίητα και έμπαινε στις αίθουσες ενώ γινόταν η διδασκαλία και  έπιανε ένα από τα τελευταία θρανία. Την επομένη, θα μας ανακοίνωνε το πόσο ενθουσιασμένος είχε μείνει με την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης, για το πώς πρέπει να αποζητούμε την εκπαίδευση σε όλη μας τη ζωή, να σκεφτόμαστε με ανοιχτό μυαλό και να έχουμε κριτική σκέψη αναφερόμενος πάντα σε κάποιο από τα έργα του Σαμαράκη.

Ο επιμελητής ήταν ίσως ο μόνος άνθρωπος στον οποίο ο Ευαγγέλου έδειχνε ένα είδος σεβασμού. Και με αυτό εννοώ ότι δεν τον ειρωνευόταν απροκάληπτα και ενώπιον όλων των άλλων κάτι που συνήθιζε ακόμα και με άλλους δασκάλους ανεξάρτητα των χρόνων τους, διδακτικών και μη.

Εν τω μεταξύ, φήμες είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν ότι ο Ευαγγέλου θα έβγαινε την επόμενη χρονιά στη σύνταξη ή ότι δε επρόκειτο ξανά να αναλάβει την διδασκαλία κάποιας τάξης (ούτε καν της Έκτης) και ότι θα περιοριζόταν στα διευθυντικά του καθήκοντα από δω και πέρα. Αυτές οι φήμες γινόταν δεκτές με ενθουσιασμό από όλη την τάξη που της είχε χαριστεί ένα απρόσμενο δώρο. Το νέο μάλιστα δεν άργησε να μαθευτεί και στα άλλα σχολεία και έτσι έφτασε και στα αυτιά των παιδιών που είχαν φύγει από το σχολείο προκειμένου να αποφύγουν τον Ευαγγέλου.

Έτσι, δύο μήνες αφού είχε αρχίσει η χρονιά, η Βάσια είχε επιστρέψει θριαμβεύτρια στο σχολείο και στην τάξη μας και υπό την θερμή υποδοχή της κυρίας Φωτεινής. Οι υπόλοιποι μαθητές ήμασταν πλέον επιφυλακτικοί μαζί της μιας και τόσο εύκολα μας είχε εγκαταλείψει στα δύσκολα και επανερχόταν τώρα πια στα εύκολα να καταλάβει και πάλι το θρόνο της ως η βασίλισσα της τάξης. Ωστόσο, την ίδια καθόλου δεν την επηρέαζε αυτή μας η αποστασιοποίηση, αντιθέτως μάλιστα φαινόταν έως κάποιο σημείο να την ικανοποιεί.

Με τα πολλά, η χρονιά έφτασε στο τέλος της με την παράδοση των τελευταίων καρτελών επίδοσης στον οποίο είχα πάρει σε όλα δέκα. Το μόνιμο σχόλιο της δασκάλας στη μητέρα μου όταν ερχόταν να ενημερωθεί για την επίδοσή μου κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους ήταν ότι «είναι έξυπνος αλλά δε διαβάζει». Αυτό πολύ πλήγωνε την καημένη τη μάνα μου που ήθελε να με βλέπει να αριστεύω σε όλα τα τρίμηνα, ενώ εγώ στα προηγούμενα δύο είχα και μερικά εννιάρια. Ίσως και κάποιο οχτώ.

Ωστόσο, σε όλο μου σχεδόν το σχολικό βίο, δεν έπαυα να ακολουθώ πιστά την αρχή της ήσσονος προσπάθειας, όπως αργότερα την ονόμασα, που σημαινε ότι κατέβαλα την ελάχιστη απαιτούμενη προσπάθεια για να πείθω τελοσπάντων ότι ήμουν ένας καλός μαθητής.

Το αγαπημένο μου μάθημα με διαφορά ήταν τα μαθηματικά. Σίγουρα δεν ήμουν ο καλύτερος της τάξης αλλά μου άρεσαν πολύ γιατί είχαν μια στέρεη λογική και έλυνες προβλήματα. Με τη σωστή μέθοδο, έφτανες σε ένα τέλος που μπορούσες να επιβεβαιώσεις ότι είναι σωστό σε αντίθεση με άλλα μαθήματα που προχωρούσες, προχωρούσες και δεν έφτανες πουθενά.

Στο σπίτι δε διάβαζα ποτέ υπό την επίβλεψη της μητέρας μου που είχε αναλάβει αποκλειστικά τη μελέτη των δύο μεγαλύτερων αδερφών μου. Η συμμετοχή του πατέρα μου στην σχολική μας εκπαίδευση περιοριζόταν στο να μας πηγαίνει και να μας παραλαμβάνει από το σχολείο και να μας επιδοκιμάζει όταν τα πηγαίναμε καλά.

Το μεγαλύτερο ίσως παράπονο ωστόσο της μητέρας μου ήταν με διαφορά ο γραφικός μου χαρακτήρας. Ήταν τόσο άσχημος που συχνά μπορούσα μόνο εγώ να διαβάσω αυτά που έγραφα.

Μάλιστα ένας δάσκαλος που είχε έρθει προσωρινά ως αναπληρωτής με είχε περάσει για Αλβανάκι λόγω των γραμμάτων που έκανα γιατί ενδεχομένως για κάποιο λόγο να πίστευε ότι μόνο αλλοδαποί κάνουν άσχημα γράμματα. Δεν απέφυγε δε να κάνει αυτό το σχόλιο ενώπιον όλης της τάξης υπό την μορφή καθοδηγημένης ερώτησης. Εμένα μου είχε φανεί τόσο αστεία αυτή η παρανόηση που ποτέ δεν τον διόρθωσα (χωρίς ωστόσο και να το επιβεβαιώσω) ενώ όλα τα άλλα παιδιά κοιτούσαν μια εμένα και μια το δάσκαλο με αμηχανία.

Τα πρωινά λοιπόν του καλοκαιριού, πριν φύγει για το νοσοκομείο, η μητέρα μου άφηνε στο τραπέζι της κουζίνας πρωινό (κάποιες φορές ήταν κρουασάν από τη Νίκη οπότε και το δεχόμουν με μεγάλο ενθουσιασμό, άλλες πάλι κάτι απλό όπως φρυγανιές με μαρμελάδα μέσα σε ένα δίσκο και καλυμμένες με μια απλωμένη χαρτοπετσέτα) και στο τραπέζι της τραπεζαρίας τις «Χαρούμενες Διακοπές» και ένα σελιδοδείκτη για το ποιες ασκήσεις έπρεπε να έχω κάνει μέχρι να επιστρέψει από τη δουλειά το μεσημέρι.

Οι Χαρούμενες Διακοπές ήταν ένα βιβλίο στο οποίο έπρεπε να γράψεις επανειλημμένα γράμματα κεφαλαία και μικρά ανάμεσα σε δύο παράλληλες γραμμές, μέχρι να μάθεις να τα γράφεις όμορφα. Γρήγορα διαπίστωσα ότι οι διακοπές ήταν πιο χαρούμενες χωρίς να γράφω το «Β» και το «β» 250 φορές οπότε γρήγορα το παράτησα και αρκούμουν στο να τρώω το κρουασάν και να βλέπω ΡΕΤΙΡΕ ξαπλώνοντας στον καναπέ. Τα απογεύματα που έπεφτε ο ήλιος βγαίναμε και παίζαμε στη γειτονιά μέχρι να βραδιάσει και να μας φωνάξουν οι μανάδες μας από τα μπαλκόνια.

Τότε φυσικά δεν είχα τις κοινωνικές δυνατότητες (ούτε το θράσος) να αποκαλύψω την υποκρισία της μητέρας μου σε σχέση με τις παρατηρήσεις της για το γραφικό μου χαρακτήρα. Και αυτή (ως γιατρός) αλλά και ο πατέρας μου κάναν άθλια γράμματα όταν έγραφαν γρήγορα. Από που και ως που λοιπόν περίμεναν εγώ να βγω καλλιγράφος; Με τον καιρό, η μητέρα μου παραιτήθηκε από την προσπάθεια της να με κάνει «να γράφω σαν άνθρωπος» και εγώ αφού είχα κάπως μεγαλώσει, συνήθιζα να λέω στους καθηγητές που μου έκαναν παρόμοιες παρατηρήσεις ότι μεγάλοι καλλιτέχνες και επιστήμονες είχαν άθλιους γραφικούς χαρακτήρες και ότι λίγο πολύ ήμουν μια ιδιοφυϊα και θα έπρεπε να εκτιμούν και μόνο που έχουν την τιμή να διαβάζουν και βαθμολογούν τα γραπτά μου. Δεν έπιανε σε όλους. Σε κάθε περίπτωση, το καλοκαίρι της Ε’ Δημοτικού ήταν πλέον πολύ αργά να αλλάξω γραφικό χαρακτήρα και οι προσπάθειες της μητέρας μου είχαν ήδη πλέον πέσει στο κενό.

Οι σχολικές διακοπές πέρασαν γρηγορότερα από όσο ήλπιζα και είχε πλέον φτάσει ο Σεπτέμβρης της ΣΤ’ Δημοτικού. Με τις φήμες του προηγούμενου έτους για την δραστηριότητα του Ευαγγέλου, ήμασταν σχεδόν πλέον βέβαιοι ότι δεν επρόκειτο να μας αναλάβει. Ήδη το γεγονός ότι η Βάσια είχε παραμείνει στο σχολείο μας ήταν ενδεικτικό ότι ήμασταν ασφαλής. Ως γνωστόν, Βάσια και Ευαγγέλου δεν πηγαίνανε μαζί.

Η πρώτη μέρα της Ε’ Δημοτικού επαναλήφθηκε σχεδόν πανομοιότυπα για και τη ΣΤ’ και μέσα στην τάξη είχε μπει ξανά η κυρία Φωτεινή. Όλη η τάξη πανηγύριζε. Η δασκάλα ωστόσο ήταν κάπως σκεπτική, αν όχι μελαγχολική. Κάθισε στην έδρα και μας έδωσε τα νέα γρήγορα και χωρίς περιστροφές.

«Φέτος δε θα είμαστε μαζί σε κανένα μάθημα. Θα σας αναλάβει αποκλειστικά ο κύριος Ευαγγέλου.»

Γρήγορα μια απόλυτη ησυχία επικράτησε στην τάξη. Όλοι κοιτιόμασταν μεταξύ μας με απελπισία. Σε λίγο, κάποια παιδιά άρχισαν να κλαίνε. Ο Σπύρος ήταν ένας από αυτούς. Η Βάσια ήταν όμως ίσως η πρώτη. Σηκώθηκε και έτρεξε να αγκαλιάσει την κυρία Φωτεινή ενώ την τραβούσε με απελπισία για να μη φύγει. Η κυρία Φωτεινή όμως, αφού την χάιδεψε στα μαλλιά και προσπάθησε να την πείσει ότι όλα θα πήγαιναν καλά, σηκώθηκε και βγήκε από την αίθουσα. Το άγχος και ο τρόμος που μας κατέβαλαν με το που βγήκε η κυρία Φωτεινή από την αίθουσα έδωσαν την θέση τους σε μια τελευταία ελπίδα όσο τα λεπτά περνούσαν και ο Ευαγγέλου δεν έμπαινε στην τάξη. Μπορεί η κυρία Φωτεινή να μας έκανε πλάκα. Μπορεί να είχε γίνει κάποιο λάθος. Ήδη μετά από περίπου πέντε λεπτά που ο Ευαγγέλου δεν είχε φανεί, είχαμε αρχίσει να συζητάμε μεταξύ μας και να χασκογελούμε. Αυτό γρήγορα άλλαξε όταν ο Ευαγγέλου μπήκε στην αίθουσα κρατώντας το κομπολόι του με τις ασημένιες μεταλλικές χάντρες.

[Συνεχίζεται]

Advertisements

6 thoughts on “Έκτη Δημοτικού (Β’ Μέρος)

  1. Δυστυχώς σκηνές και συναισθήματα σαν αυτές που περιγράφεις στην τελευταία παράγραφο μου είναι οικείες, έστω και από περιγραφές φίλων και συνομηλίκων…
    Είναι τόσο εξοργιστικό ότι υπήρχαν, και υπάρχουν ακόμα φαντάζομαι, οι Ευαγγέλου στο σύστημα εκπαίδευσης για να διδάξουν τα παιδιά μας…

    Μου αρέσει!

    1. Ακριβώς. Κοίτα, ελπίζω -πραγματικά το ελπίζω- να μην υπάρχουν ακόμα και τώρα (τουλάχιστον σε αυτό το σημείο).

      Αν και έχει ήδη φανεί προς τα που πηγαίνει το πράγμα, αυτά που ακολουθούν στο τρίτο μέρος νομίζω δεν μπορεί να τα περιμένει κανείς και ίσως φαντάζουν ακόμα και δύσκολα να τα πιστέψεις.

      Αυτό που μας έκανε εν τω μεταξύ περισσότερο εντύπωση, με τα παιδιά που τα συζητήσαμε και αργότερα ως ενήλικες ή έφηβοι, ήταν η ανοχή των γονιών μας σε όλα αυτά την οποία προσπαθώ κάπως να κατανοήσω ακόμη και τώρα.

      Και εγώ δε θα ήθελα το παιδί μου να «την κάνει» στην πρώτη δυσκολία που θα βρει στο δρόμο του. Αυτή είναι η εύκολη λύση που δεν υπάρχει πάντα στη ζωή. Ούτε είμαι υπερ του «το παιδί έχει πάντα δίκιο». Αυτά που γινόταν όμως τότε ήταν εξωφρενικά. Ωστόσο, τότε μας φαινόταν ότι δεν είχαμε άλλη επιλογή από το να τα υποφέρουμε.

      Μου αρέσει!

      1. Η ανοχή… Οι γονείς τότε θεωρούσαν φυσιολογικό να δέρνει ο δάσκαλος τον μαθητή… Θυμάμαι την κυρία Σαπφώ, πολύ καλή δασκάλα κατά τ΄άλλα, να ταράζει στην σφαλιάρα έντρομα παιδάκια, να τα ταρακουνάει από τα αυτιά και κανένας να μην αντιδρά, ακόμα κι εμείς τα παιδιά ενοχικά σκεπτόμενοι, θεωρούσαμε ότι αυτός που τις έφαγε, έφταιγε… Την κυρία Σαπφώ την είχα πολύ ψηλά στις αναμνήσεις μου αλλά περνώντας τα χρόνια και κατανοώντας τι σημαίνει κακοποίηση και τι μπορεί να προκαλέσει στο παιδί η ανάμνησή της με τρομάζει παρόλο που δεν ήμουν ποτέ ένα από τα «θύματά» της…

        Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Μας κατατρέχει ο Καζαντζάκης, είπε κι αυτός μια μαλακία κι έμεινε…

    «…O δάσκαλος πρόβαλε στο κατώφλι· κρατούσε μια μακριά βίτσα και μου φάνηκε άγριος, με μεγάλα δόντια, και κάρφωσα τα μάτια μου στην κορφή του κεφαλιού του να δω αν έχει κέρατα· μα δεν είδα, γιατί φορούσε καπέλο.
    — Ετούτος είναι ο γιος μου, του ’πε ο πατέρας μου.
    Ξέμπλεξε το χέρι μου από τη φούχτα του και με παρέδωκε στο δάσκαλο.
    — Το κρέας δικό σου, του ’πε, τα κόκαλα δικά μου· μην τον λυπάσαι, δέρνε τον, κάμε τον άνθρωπο.
    — Έγνοια σου, καπετάν Μιχάλη· έχω εδώ το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα….»

    http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-A107/391/2583,21824/index06_02.html

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s