Έκτη Δημοτικού (Γ’ Μέρος)

Τα προηγούμενα δύο μέρη είναι εδώ και εδώ.

Ο Ευαγγέλου μπήκε μέσα και προχώρησε προς την έδρα. Άπλωσε τα χέρια του σε ένα κατάλογο με τα ονόματά μας και άρχισε να μας φωνάζει έναν έναν. Όταν ακούγαμε το ονοματεπώνυμό μας έπρεπε να σηκώνουμε το χέρι. Τότε ο Ευαγγέλου μας κοιτούσε υποτιμητικά από πάνω μέχρι κάτω και είτε πρόφερε το όνομα μας περιπαικτικά, είτε μας κολλούσε κάποιο παρατσούκλι που θα μας συνόδευε για ολόκληρη τη χρονιά. Τον Σπύρο, για παράδειγμα, τον φώναζε Σπυρέτο επειδή ήταν κοντός, την Κούλα την φώναζε «Κοουυύλα», τον Τέο τον φώναζε Τέο γιατί του φαινόταν πολύ αστείο από μόνο του.

Όταν έφτασε στη Βάσια, την φώναξε «Βασίλω»· ένα προσωνύμιο που καθόλου δεν ταίριαζε με την εμφάνισή της και την βασιλική αντιμετώπιση που έχαιρε έως τότε. Σχεδόν όλα τα παιδιά λύθηκαν σε γέλια. Φάνηκε να τον ευχαριστεί αυτή η αποδοχή που είχε το σχόλιό του. Η Βάσια ενοχλήθηκε έντονα· κοκκίνισε σχεδόν από το κακό της και διαμαρτυρήθηκε. Του είπε ότι την λένε Βάσια και ότι δεν έχει το δικαίωμα να την κοροϊδεύει. Όλοι είχαμε παγώσει από το θάρρος της. Τέλος πάντων ήταν η βασίλισσά μας και έπρεπε με κάποιο τρόπο να μας προστατεύσει. Έστω ξεκινώντας από τον εαυτό της. Όλοι περιμέναμε την αντίδραση του Ευαγγέλου με κομμένη την ανάσα ευχόμενοι ότι είχε όντως πετύχει αυτή η επανάσταση της Βάσιας.

Ο Ευαγγέλου τότε σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μέρος της με ταχύ βήμα. Πρώτη φορά τον έβλεπα να πηγαίνει τόσο γρήγορα, χωρίς ωστόσο και πάλι να τρέχει. Το κομπολόι του κραδαζόταν με ακανόνιστες παλινδρομικές κινήσεις μπρος και πίσω από τον βηματισμό του. Με το που την έφτασε, εγκλώβισε την μύτη της με μια αργή και σταθερή κίνηση ανάμεσα στον παχύ του αντίχειρα και δείκτη και άρχισε να την στρίβει και να την τραβάει με δύναμη. Η Βάσια δεν άργησε να ξεσπάσει σε γοερά κλάματα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τη βλέπαμε να κλαίει αλλά αυτή ήταν σίγουρα εντελώς διαφορετική από όλες τις υπόλοιπες. Έκλαιγε με απόγνωση και παράπονο. Με το που την άφησε, βγήκε από την τάξη αφού όμως μάζεψε τα πράγματά της με ένα τρόπο ιδιαίτερα τακτικό για τις συνθήκες και πήγε τρέχοντας στην κυρία Φωτεινή. Δεν την είδαμε ποτέ ξανά στο Δημοτικό. Η θέση της βασίλισσας είχε πλέον χηρέυσει οριστικά.

Ο Ευαγγέλου είχε ένα πολύ συγκεκριμένο πρόγραμμα διδασκαλίας που ξεκινούσε από τη διάταξη των καθισμάτων. Χώριζε την τάξη σε τέσσερις σειρές από θρανία. Κάθε σειρά αποτελούσε από μια ομάδα. Με βάσει τους βαθμούς των προηγούμενων τάξεων καταμέριζε τους μαθητές έτσι ώστε κάθε ομάδα να έχει ένα ισορροπημένο μείγμα αποτελούμενο από πολύ καλούς, μέτριους και κακούς σε βαθμούς μαθητές. Στα θρανία έβαζε να κάθονται ένας καλός με έναν κακό σε βαθμούς μαθητή. Εγώ είχα μείνει μόνος στο τελευταίο θρανίο της τέταρτης ομάδας. Αυτής που ήταν ακριβώς μπροστά από την έδρα. Κάθε μέρα εξεταζόμασταν και βαθμολογούμασταν σε όλα τα μαθήματα. Αυτός που συγκέντρωνε τους περισσότερους βαθμούς στο τέλος της εβδομάδας γινόταν ο αρχηγός της ομάδας του για την επόμενη βδομάδα. Αυτός με τη μεγαλύτερη βαθμολογία σε όλη την τάξη γινόταν ο αρχηγός της τάξης για την επόμενη εβδομάδα.

Κάθε μέρα, τις πρώτες δύο ώρες είχαμε «Γλώσσα». Ο αρχηγός της τάξης έπρεπε να αποστηθίσει την παράγραφο που είχαμε για ορθογραφία και να την απαγγείλει στην τάξη ενώ ταυτόχρονα έγραφε και εξεταζόταν και ο ίδιος. Στο τέλος, της ορθογραφίας, αλλάζαμε γραπτό με τον διπλανό μας (εγώ με τους μπροστινούς μου) και ανοίγαμε το βιβλίο για να βαθμολογήσουμε το γραπτό του διπλανού μας. Μετά σηκωνόμασταν κάθε ομάδα ξεχωριστά και πηγαίναμε τα τετράδια μας για έλεγχο από τον ίδιο τον Ευαγγέλου.

Από την προηγουμένη έπρεπε να έχουμε συμπληρώσει στο ίδιο τετράδιο ένα είδος εικονογραφημένου ημερολογίου, στο οποίο περιγράφαμε τις δραστηριότητες στα μαθήματα της προηγούμενης ημέρας. Δίπλα από κάθε δραστηριότητα έπρεπε μάλιστα να ζωγραφίσουμε και μια αντιπροσωπευτική σκηνή της μέρας σε ένα μικρό κουτάκι. Ο Ευαγγέλου τότε σου έβαζε είτε ένα απλό «νι», είτε ένα προσωπάκι με χαμόγελο που σήμαινε ότι τα είχες πάει καλά, είτε ένα ανέκφραστο προσωπάκι που σημαίνει ότι τα είχες πάει μέτρια είτε ένα στεναχωρημένο που σήμαινε ότι τα είχες σκατώσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ως άχρηστος στην ζωγραφική, έβαζα πάντα την μητέρα μου να μου ζωγραφίζει στο ημερολόγιο και έτσι την περνούσα κατά κανόνα χωρίς ιδιαίτερες επιπτώσεις.

Τα προβλήματα ξεκινούσαν όταν κάποιος έκανε πάνω από τρία λάθη στην ορθογραφία. Στο τέλος λοιπόν κάθε τέτοιας εξέτασης, ο Ευαγγέλου καλούσε όλους αυτούς που είχαν υπερβεί το όριο των τριών λαθών στην ορθογραφία να ανέβουν στον πίνακα. Μόλις ανέβαιναν, τους καλούσε να πιαστούν από τα χέρια σε μια ευθεία σειρά. Μετά, εντελώς παράδοξα, τους καλούσε να αρχίσουν να χορεύουν. Μερικές μάλιστα φορές, όταν όλοι ήταν απρόθυμοι να ακολουθήσουν τις οδηγίες του, κρεμούσε και ο ίδιος το κομπολόι του στο αυτί και έσερνε πρώτος το χορό. Χωρίς μουσική. Την πρώτη φορά που εφάρμοσε αυτήν την τεχνική διαπαιδαγώγησης, τα κακόμοιρα παιδιά που είχαν σηκωθεί κοιτιόταν μεταξύ τους χωρίς να είναι βέβαια τι έπρεπε να κάνουν. Ένα από αυτά, Ο Γρηγόρης Φατούρας, εύπιστος και καλοπροαίρετος εκ φύσεως, όντως πίστεψε πως έπρεπε απλά να χορέψουν οπότε ακολούθησε τον Ευαγγέλου και άρχισε να χορεύει από πίσω του κάνοντας μάλιστα αφού είδε τον Ευαγγέλου να τον επικροτεί και χωρίς να καταλάβει την ειρωνεία του τσαλίμια υποκρινόμενος ότι ξεσκόνιζε μΙα φούντα από τσαρούχι πάνω στο παπούτσι του.

Μετά από λίγο, τα υπόλοιπα παιδιά άρχισαν να ακολουθούν και αυτά· στην αρχή διστακτικά και μετά κάπως απρόθυμα και αμήχανα. Εκεί που δεν το περίμενε λοιπόν κανείς και ενώ ένα κλίμα ευφορίας είχε επικρατήσει σε όλη την τάξη για το περίεργο αυτό δρώμενο, ο Ευαγγέλου άρχισε με μανία να καρπαζώνει με αστραπιαία κτυπήματα τους μέχρι πρότινος χορευτές έως ότου αυτοί να διαλυθούν άτακτα τρομοκρατημένοι πίσω στα θρανία τους υπό τις ύβρεις και την χλεύη του. Κάποιους από αυτούς μάλιστα, σε όσους είχε περισσότερο άχτι, τους ακολουθούσε συνοδεία καρπαζιών μέχρι το θρανίο τους αν έκρινε πως δεν είχαν λάβει επαρκές μερίδιο από το ξύλο που τους αναλογούσε. Χωρίς ωστόσο να είναι ξεκάθαρο αν το πλήθος των καρπαζιών ήταν ανάλογο των λαθών που έκανα στην ορθογραφία. Από τότε, οι μέλλοντες χορευτές ήξεραν πολύ καλά την τύχη τους και απλώς έσερναν τον βηματισμό τους απρόθυμα σε αυτό το εξευτελιστικό τελετουργικό και περίμεναν το πότε θα ανοίξουν οι ουρανοί των καρπαζιών για να επιστρέψουν άρον άρον στο θρανίο τους ελπίζοντας ότι θα δέχονταν όσο το δυνατόν λιγότερες την κάθε φορά. Ο μόνος ίσως που κάπως έδειχνε να απολαμβάνει αυτό το τελετουργικό ήταν ο Τέο ο οποίος από αντίδραση στον Ευαγγέλου χόρευε με όλη του την ψυχή και όταν άρχιζαν οι καρπαζιές δεν έτρεχε να κρυφτεί παρά μόνο στεκόταν εκεί αγέρωχος μέχρι ο Ευαγγέλου να κουραστεί να τον δέρνει, να πέσουν τα γυλιά του κάτω στο πάτωμα ή, τέλος πάντων, να σταματήσει να αντλεί ευχαρίστηση από αυτό.

Μετά το καθιερωμένο ξύλο που ακολουθούσε κάθε ορθογραφία, σειρά είχε μια διαίρεση με δεκαδικούς. Μάλιστα υπό μορφή διαγωνισμού. Αυτός που έβρισκε πρώτος το αποτέλεσμα έπαιρνε έναν έξτρα βαθμό στην εβδομαδιαία απόδοση, οπότε η διαίρεση έκρινε κατά μεγάλο ποσοστό την αρχηγεία της οποίας το προνόμιο (εκτός από την αποστήθιση και απαγγελία της ορθογραφίας) ήταν και τα καθήκοντα επιμελητή της τάξης κατά την διάρκεια των διαλειμμάτων. Δηλαδή, κοντολογίς ο αρχηγός έχανε και τα διαλείμματά του στο βωμό των καθηκόντων του. Προνόμιο όχι ιδιαίτερα αξιοζήλευτο.

Όπως έχει ήδη γίνει ξεκάθαρο, ο Ευαγγέλου δεν έκανε διακρίσεις ανάμεσα στα δύο φύλα και μας το δίδασκε με την ίδια του τη συμπεριφορά: τους χτυπούσε όλους το ίδιο και με το ίδιο πάθος. Απλώς στο χτύπημα κατά μόνας επέλεγε για τα κορίτσια συνήθως τράβηγμα μαλλιών, μύτης ή αυτιών· ενώ αντιθέτως βίαιες καρπαζιές, φάπες και ανάποδες για τα αγόρια. Για ιδιαίτερες μάλιστα περιστάσεις επιστράτευε ένα ειδικό κτύπημα, την διπλή σφαλιάρα ή σάντουιτς. Σε χτυπούσε ταυτόχρονα με τα δύο χέρια στα μάγουλα και στα αυτιά. Η ένταση ήταν τόσο δυνατή που συχνά τα αυτιά μας βούιζαν για μέρες μετά το κτύπημα. Είχε μάλιστα ιδιαίτερη αδυναμία στους κακούς μαθητές και στους κάπως πιο ελαφρείς σαν τον Φατούρα.

Ένα από τα πιο βίαια κτυπήματα που είχε καταφέρει ποτέ ο Ευαγγέλου ήταν στον Φατούρα. Ο Φατούρας ήταν ίσως περισσότερο καλοπροαίρετος από ό,τι χρειαζόταν. Η εξωτερική του εμφάνιση μάλιστα ήταν σε απόλυτη αρμονία με το ελαφρό του χαρακτήρα του. Ήταν ψηλός και λιγνός με μεγάλο κεφάλι, παχιά χείλια, μικρά μάτια, μεγάλο μέτωπο και προεξέχουσα άνω γνάθο. Ως ψηλός, καθόταν και αυτός στο τελευταίο θρανίο. Δε θυμάμαι την αφορμή για εκείνο το κτύπημα όμως ο Ευαγγέλου τον είχε πλησιάσει, και του είχε πει ότι έχει κάτι στο μέτωπό του δείχνοντας με το μέτωπο ανάμεσα στα μάτια του Φατούρα. Για να κερδίσει την εμπιστοσύνη του, προηγουμένως του είχε δείξει ότι είχε κάτι στο αυτί του και τον είχε γαργαλήσει ελφαρά. Ο Φατούρας πεπεισμένος λοιπόν ότι τώρα όντως έχει κάτι στο μέτωπο του,  χαλάρωσε ενστικτωδώς τον αυχένα του και προσπάθησε να κοιτάξει προς τα πάνω. Τότε ο Ευαγγέλου με ένα αστραπιαίο κτύπημα του έδωσε μια ανάποδη φάπα στο μέτωπο. Από τη δύναμη, το κεφάλι του ξεκίνησε μια τρελή πορεία προς τα πίσω την οποία ανέκοψε απότομα η μεταλλική βιβλιοθήκη που υπήρχε πίσω του. Η πρόσκρουση τη βιβλιοθήκη ήταν τόσο ισχυρή που κουνήθηκε όλη η τζαμαρία της τάξης όπως όταν χτυπούσε κεραυνός το αλεξικέραυνο του σχολείου. Πριν προλάβει να συνέλθει και να καταλάβει τι ακριβώς του είχε συμβεί, ένα πορτρέτο του Ανδρούτσου που στηριζόταν στην βιβλιοθήκη γλύστρησε από το τράνταγμα και προσγειώθηκε στον σβέρκο του Φατούρα κάνοντάς τον να προσκυνήσει με δύναμη το ξύλινο θρανίο. Ο Ευαγγέλου, είχε ήδη αδιάφορα απομακρυνθεί με αργά βήματα προς την έδρα παίζοντας με το κομπολόι του ενώ ο καημένος Φατούρας χαζογελούσε από αμηχανία για να εισπράξει τις ύβρεις και τα ειρωνικά σχόλια του Ευαγγέλου.

«Κοιτάχτε τον ρε γελάει ο βλαμμένος. Άμα είσαι βλαμμένος, έτσι κάνεις» έλεγε δείχνοντάς τον υποτιμητικά ενώ παράλληλα κρατούσε το κομπολόι του. Η υπόλοιπη τάξη δε μπορούσε να σταματήσει να κοιτάει κάπως αμήχανη και με περιέργεια τον Φατούρα που προσπαθούσε να σταθεροποιήσει αδέξια τον Ανδρούτσο δίπλα από το θρανίο του. Στο διάλειμμα ο Φατόυρας αποχώρησε σπίτι του γιατί ζαλιζόταν από τα κτυπήματα.

Ένα άλλο αξιομνημόνευτο περιστατικό ήταν ο ξυλοδαρμός της Κούλας. Ίσως το πιο βίαιο από τα ξεσπάσματα του Ευαγγέλου. Η Κούλα ήταν μια κακή σε βαθμούς μαθήτρια που καθόταν δίπλα από την Άννα, μια πολύ καλή μαθήτρια που ήταν συχνά αρχηγός της τάξης και σχεδόν πάντα της ομάδας μας. Τον πρώτο καιρό ο Ευαγγέλου χλεύαζε την Κούλα και την χτυπούσε με την πρώτη ευκαιρία που του δινόταν όσο ασήμαντη κι αν ήταν αυτή.

Στον Ευαγγέλου υπήρχαν δύο κατηγορίες ξυλοδαρμού. Η πρώτη ήταν για την τιμωρία της κακής διαγωγής, για ένα ηθικό παράπτωμα, όπως αυτό που εγώ είχα διαπράξει με την μπάλα. Η δεύτερη ήταν για την τιμωρία της κακής μαθητικής επίδοσης. Ο Ευαγγέλου τιμωρούσε την κακή επίδοση ίσως με περισσότερη μανία από την κακή διαγωγή. Η καημένη μικρόσωμη και κακοσούσουμη Κούλα δυστυχώς ενέπιπτε και στις δύο κατηγορίες. Πράγμα που σήμαινε ότι είχε βιώσει τις παιδαγωγικές μεθόδους του Ευαγγέλου πολύ καλά στο πετσί της. Ο Ευαγγέλου πίστευε έτσι ότι θα πιέσει τους κακούς σε επίδοση μαθητές να γίνουν καλοί και αυτούς με κακή διαγωγή να μπουν στο σωστό δρόμο. Η βάση των μεθόδων του στηριζόταν στο ότι κανείς δεν ευχαριστιόταν να τρώει ξύλο και αυτό δε μπορεί να αρνηθεί κανείς πως ήταν μια αντικειμενική αλήθεια, ίσως με την εξαίρεση του Τέο.

Η Κούλα λοιπόν, ενώ στην αρχή της σχολικής χρονιάς έκανε συχνά έξι και δέκα λάθη στην ορθογραφία, πράγμα που σήμαινε ότι ήταν τακτική καλεσμένη στις χοροεσπερίδες του Ευαγγέλου, τον τελευταίο καιρό είχε αρχίσει να παρουσιάζει σημάδια βελτίωσης στην επίδοσή της. Αυτό συμπεριλάμβανε και την καθημερινή εξέταση ορθογραφίας στην οποία η Κούλα είχε βελτιωθεί αισθητά αποκομίζοντας ολοένα και περισσότερες επιδοκιμασίες  από τον Ευαγγέλου που πίστευε ότι η εκπαιδευτική του μέθοδος είχε πλέον αρχίσει  να αποδίδει και χρησιμοποιούσε την Κούλα ως παράδειγμα προς μίμηση και για τους άλλους μαθητές με κακές επιδόσεις. «Είδες που με την μελέτη βελτιώνεσαι;» τη ρωτούσε μεγαλοφώνως παρουσία όλης της τάξης. Η Κούλα έγερνε το κεφάλι υποτακτικά προς τα μπροστά και ομολογούσε χωρίς δισταγμό ότι οι εκπαιδευτικές μέθοδοι του Ευαγγέλου είχαν όντως αποδώσει σε αυτή και ότι είχε πλέον καταφέρει να μετατραπεί σε μια καλή μαθήτρια.

Η πραγματικότητα ωστόσο ήταν κάπως διαφορετική. Η Κούλα στην ουσία είχε αρχίσει να γράφει την ορθογραφία στο τετράδιό της από το προηγούμενο βράδυ στο σπίτι της και όταν την απήγγειλε ο εκάστοτε αρχηγός μόνο προσποιοόταν ότι έγραφε έχοντας την ήδη έτοιμη, σωστή και καθαρογραμμένη. Αυτό είχε γίνει αντιληπτό από κάποιους μαθητές που το θεωρούσαν άδικο για όλους τους υπόλοιπους. Ο Τέο λοιπόν, που ήταν ένας εξ’ αυτών, από ό,τι μάθαμε εκ των υστέρων είχε προσεγγίσει τον Ευαγγέλου και του είχε μαρτυρήσει τι ακριβώς γινόταν με σκοπό να αποκομίσει την εύνοιά του.

Εκείνη τη μέρα η αρχηγός της τάξης, που ήταν η Άννα είχε αρχίσει να απαγγέλλει την ορθογραφία και η Κούλα σύμφωνα με το καθημερινό της σχέδιό έκανε ότι έγραφε ρίχνοντας πάνω στο τετράδιό της τα μαύρα, σγουρά μαλλιά της και γέρνοντας το κεφάλι της δεξιά και αριστερά. ο Ευαγγέλου έχοντας την πολύτιμη για αυτόν πληροφόρηση από τον Τέο, την παρακολουθούσε αρχικά από την έδρα σε αντίθεση με τη συνήθη του αδιαφορία κατά την απαγγελία της ορθογραφίας. Η Κούλα, έχοντας πάντα το νου της, φάνηκε ότι είχε ψιλιαστεί ότι ο Ευαγγέλου την κοίταζε στα κλεφτά και την κατέλαβε άγχος. Έτσι άρχισε να προσποιείται ότι γράφει με πιο μεγαλοπρεπείς κινήσεις, που φαινόταν πλέον ξεκάθαρα ότι είναι ψεύτικες. Ο Ευαγγέλου, μόλις βεβαιώθηκε, σηκώθηκε χωρίς να πει τίποτα και άρχισε να την πλησιάζει. Η Άννα συνέχιζε να απαγγέλλει την ορθογραφία. Η Κούλα, εντελώς απελπισμένη συνέχισε να κάνει το μόνο που μόνο μπορούσε: να προσποιείται ότι έγραφε ενώ είχε καταλάβει πολύ καλά ότι είχε γίνει πλέον αντιληπτή.

Δεν είχε πολλές διαφορές από τα ζώα της ζούγκλας τα οποία ο θηρευτής τους τα έχει πλησιάσει τόσο πολύ και τρέχουν απελπισμένα τα τελευταία μέτρα τους με όλη τους την δύναμη ενώ έχουν πλέον ήδη αντιληφθεί ότι η προσπάθειά τους να ξεφύγουν είναι μάταιη και ίσως ελπίζοντας σε κάποια ατυχία του θηρευτή. Σε ένα θαύμα. Μήπως σκοντάψει και του ξεφύγουν. Για κακή τύχη της Κούλας, ο Ευαγγέλου δε σκόνταψε. Πήρε το τετράδιό της στα χέρια του και μόλις επιβεβαίωσε την υποψία του που είχε δομηθεί πάνω στις πληροφορίες του Τέο το κούνησε πέρα δώθε επιδεικτικά σε όλη την τάξη χαμογελώντας, τρίζοντας τα δόντια και φωνάζοντας «Χέι». Η Άννα σταμάτησε να απαγγέλλει την ορθογραφία και όλη η τάξη κοιτούσε με περιέργεια τον Ευαγγέλου που ανέμιζε το τετράδιο χαμογελώντας και τρίζοντας τα δόντια.

Μετά, χωρίς πολλά πολλά, άρχισε με πολύ γρήγορες κινήσεις να τραβάει τα μαλλιά της Κούλας και να την χτυπάει στο κεφάλι εναλλάξ. Τα χτυπήματα ήταν πάρα πολλά. Πρώτα τραβούσε τα μαλλιά της Κούλας προς μια κατεύθυνση οπότε όλο το κεφάλι και το σώμα της άτυχης κοπέλας ελκόταν προς τα εκεί σα να το τραβούσε ένας αόρατος ισχυρός μαγνήτης και μετά την χτυπούσε με δύναμη προς την αντίθετη πλευρά για να έχει μεγαλύτερη απόδοση το κτύπημα. Ένας υπόκωφος ήχος ακουγόταν σε κάθε χτύπημα στο κεφάλι της δύσμοιρης Κούλας. Προς τιμή της, υπέφερε τα απανωτά χτυπήματα χωρίς να φωνάξει η να διαμαρτυρηθεί. Δεν βογγούσε καν. Τα κτυπήματα ήταν πάρα πολλά και στο κεφάλι, όχι στο πρόσωπο. Η Κούλα δεν σήκωνε καν τα χέρια της για να αμυνθεί παρά μόνο υπέφερε τα απανωτά κτυπήματα με σκυμμένο το κεφάλι ξανά και ξανά. Όταν ο Ευαγγέλου επιτέλους σταμάτησε, η Κούλα δεν σήκωσε ποτέ το κεφάλι και έκλαιγε σιωπηλά σχεδόν αθόρυβα πάνω στο θρανίο. Φαινόταν να είναι περισσότερο απογοητευμένη γιατί αποκαλύφθηκε ότι δεν είχε γίνει ποτέ μια «καλή μαθήτρια» παρά για το ξύλο που είχε μόλις φάει.

Ο Ευαγγέλου μετά από το ξύλο, μου φάνηκε πρώτη φορά λαχανιασμένος και είχε αρχίσει να επιστρέφει προς την έδρα σιχτιρίζοντας . Δεν άκουγα ακριβώς τι έλεγε. Είχα παγώσει. Φάνηκε πάντως να ήταν περισσότερο εκνευρισμένος με τον εαυτό του που όντως πίστεψε ότι οι μέθοδοί του είχαν πιάσει και μάλιστα την είχε επαινέσει δημόσια τις τελευταίες βδομάδες. Η Κούλα, ενώ τη θεωρούσε χαζή και ανίκανη, είχε καταφέρει να τον ξεγελάσει και έτσι να τον γελοιοποιήσει στα μάτια μας. Δεν ήταν πλέον ο αλάνθαστος, αδέκαστος διευθυντής του Δημοτικού. Ήταν ένας εξαπατημένος, παρανοϊκός σαδιστής δάσκαλος. Ενώ λοιπόν φαινόταν ότι το περιστατικό θα τέλειωνε εκεί, πριν κάτσει στην έδρα του, σηκώθηκε ξανά χωρίς καμία νέα αφορμή και άρχισε να χτυπάει πάλι την κακομοίρα την Κούλα με την ίδια τεχνική. Τράβηγμα μαλλιών και χτυπήματα απανωτά στο κεφάλι της και με τα δυο του χέρια. Η διπλανή της, η Άννα, δεν κοιτούσε καν προς το μέρος της Κούλας όμως στην αίσθηση του τι γινόταν και στους  υπόκωφους ήχους των απανωτών κτυπημάτων δεν άντεξε και άρχισε να κλαίει δυνατά. Κάποια άλλοι από τα παιδιά είχαν επίσης αρχίσει να κλαίνε. Τότε ο Ευαγγέλου απομακρύνθηκε και επέστρεψε στην έδρα. Της φώναξε «πήγαινε να πλυθείς». Η Κούλα βγήκε από την τάξη κλαίγοντας και δεν ξαναγύρισε. Ο Τέο καθόταν στο θρανίο του με διπλωμένα χέρια στο ύψος του στήθους και έμοιαζε να χαμογελά.

Advertisements

2 thoughts on “Έκτη Δημοτικού (Γ’ Μέρος)

  1. Σε αυτό τον παρανοικό σαδιστή, φασίστα παρέδιδαν τα παιδιά τους κάθε πρωί οι γονείς…
    Οι γονείς της Κούλας ή του Φατούρα πώς αντέδρασαν όταν έγιναν αυτά τα περιστατικά?
    Αδυνατώ να συλλάβω το γεγονός ότι αυτός ο άνθρωπος με αυτές τις τεχνικές δίδασκε παιδιά και δεν κατέληξε αν όχι στην φυλακή σε κάποιο χαντάκι από κάποιο εξαγριωμένο γονιό…
    Πρέπει να σου πω ότι το σκηνικό με τον Τέο και την Κούλα μου έφερε στο μυαλό την ταινία «Το Κύμα» (Die Welle)…

    Μου αρέσει!

    1. Δυστυχώς η οικογένεια της Κουλας ήταν διαλυμένη. Ο πατέρας δεν ήταν παρών. Η μητέρα της προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα μόνη ενώ είχε και ένα ακόμη παιδί που είχε ειδικές ανάγκες (το οποίο επίσης ήταν θύμα του Ευαγγελου αλλά αυτό είναι ίσως θέμα εντελώς ξεχωριστής ανάρτησης). Η ίδια η μητέρα της έμοιαζε επίσης να έχει διανοητικά προβλήματα και ο Ευαγγελου δεν την έπαιρνε στα σοβαρά.

      Η μητέρα του Φατούρα είχε κάνει θέμα. Τελικά νομίζω ότι και αυτός είχε φύγει από το σχολείο. Αλλά ο Φατούρας ήταν από μόνος του μια θλιβερή περίπτωση γιατί ήταν δυστυχώς θύμα κακοποίησης (λεκτικής και σωματικής) και από τα παιδιά στο σχολείο. Μια μέρα είχε μάλιστα εξαφανιστεί αλλά και αυτό είναι ισως θέμα άλλης ανάρτησης.

      Δεν την έχω δει την ταινία (μπαίνει στη λίστα) αλλά τέτοιες σπιουνιες δυστυχώς ενθαρρύνοταν από το καθεστώς και υπήρχαν πλείστες όσες που και αυτές ίσως αξίζει να καταγράφουν κάποτε. Ο δε Τεο ενώ είχε αποκομίσει οφέλη από αυτή του την συμπεριφορά γρήγορα βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα για μια κίνηση που δε θα ήμουν υπερβολικός αν χαρακτήριζα παρανοϊκή. Βασικά, όλο αυτό άνοιξε ένα ντουλαπάκι στο μυαλό μου που ήταν κλειστό και το ένα έφερνε το άλλο συνεχώς καθώς έγραφα. Δυστυχώς (η ευτυχώς;) η δουλειά πύκνωσε επικίνδυνα και προς το παρόν ανέστειλα το γράψιμο τόσο μεγάλων ιστοριών μέχρι νεωτερας..

      Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s