Η μουριά του Ακριτίδη 

Στη Γωγώ.

Αφού έφτασε το σήμα από το Αρχηγείο, κανένας δεν ήθελε να μου το συζητήσει ευθέως. Έτυχε μάλιστα να έρθει όσο ήμουν σε άδεια· στο δεύτερο γκρουπάκι του Πάσχα. Όταν γύρισα, στο γραφείο έριχναν όλοι μπηχτές ενώ κάνανε ότι μιλάνε μεταξύ τους όμως για να τα ακούω εγώ.

«Δεν περνούσε καλά μαζί μας ο Μοσέττης! Μήπως να του ζητήσουμε να βάλει το βύσμα του να μας πάρει μαζί του;»

«Ούτε το Α’ Γραφείο του έκανε ούτε τίποτα, ήταν γεννημένος για μεγάλα πράγματα».

Χαμογελούσα αμήχανα στα πειράγματά τους.

«Τώρα πρέπει να μας βρει αντικαταστάτη πριν φύγει κύριε Βλάχο» φώναζε από το ένα γραφείο η Μαρία, η λοχίας από ΣΜΥ που ήταν η υπεύθυνή μου στο πρώτο γραφείο. «Αλλιώς εγώ δε του δίνω φύλλο πορείας!».

Με την Μαρία καταγόμασταν από την ίδια πόλη και με είχε κατά κάποιο τρόπο υπό την προστασία της. Όσο μπορούσε. Γιατί ο υποδιοικητής μας, Ταγματάρχης Γεωργίου, δεν καταλάβανε πολλά πολλά. Σε ασκήσεις κατέβαζε τους πάντες από τα γραφεία κάτω.

«Μόνο τα δέντρα και οι άοπλοι δε θα βαρέσουν σήμερα» φώναζε στην αναφορά όταν είχαμε νυχτερινή. Κάθε Τρίτη. Μα κάθε Τρίτη! Άλλες μονάδες στο στρατόπεδο κάνανε μια φορά το μήνα νυχτερινή. Άλλες, σαν το πυροβολικό, ποτέ. Εμείς κάθε Τρίτη.

Ανεβαίναμε οχτώ χιλιόμετρα στο πεδίο βολής με τα πόδια. Όταν έβρεχε -και συνήθιζε δυστυχώς να βρέχει συχνά- η μπότα έμενε κάποιες φορές κολλημένη μέσα στη λάσπη. Τραβούσες και δεν ξεκολλούσε. Τόσο που καμιά φορά το πόδι έβγαινε ξαφνικά από την μπότα, έχανες την ισορροπία σου και πατούσες με την κάλτσα κάτω για να μην βρεθείς να κολυμπάς ολόκληρος στις λάσπες. Η κάλτσα βέβαια γέμιζε λάσπες μέχρι τη γάμπα. Πηχτές σαν χυλός με σαρκώδη στέρεα κομμάτια να ξεκολλάν και να πέφτουν. Τότε, είχες δύο επιλογές. Ή να βγάλεις την κάλτσα και να αφήσεις το πέλμα να ξυλιάζει γυμνό από την υγρασία της Ξάνθης ενώ τρίβεται στο τραχύ δέρμα της μπότας, ή να βάλεις την λασπωμένη κάλτσα πίσω στην μπότα και να συνεχίσεις να περπατάς κάνοντας υπομονή. Αν επέλεγες το δεύτερο, μέσα στην μπότα γινόταν ένας ακόμη παγωμένος βάλτος που πλέον τον είχες μαζί σου ακόμα και όταν έφευγες από το χωματόδρομο και βάδιζες στο χαλίκι που ξεκινούσε περίπου ένα χιλιόμετρο πριν το πεδίο βολής.

Όταν φτάναμε πάνω και μέχρι να έρθει η Καναδέζα με τα βύσματα του Πυροβολικού για να στήσει τους στόχους κάναμε οπλοασκήσεις μέσα στην παγωνιά. Ο Γεωργίου δεν επέτρεπε ούτε γάντια, ούτε περιλαίμια. Δεν προβλέπονταν. Τα δάχτυλα ξύλιαζαν, κοκκίνιζαν. Στην αρχή κρύωναν, μετά έτσουζαν μέχρι που να φτάσεις στο λυτρωτικό σημείο να μην τα νιώθεις καθόλου. Γινόταν ένα με το όπλο, σαν κομμάτια σίδερο. Που και που ένιωθες μόνο κάτι μυρμηγκιάσματα όταν προσπαθούσες να τα λυγίσεις για να πατήσεις την σκανδάλη.

Όταν είχαμε πλέον κρυώσει για τα καλά, ξεκινούσε η βολή. Γεμίζαμε την εξάρτηση με τέσσερις γεμιστήρες από δέκα σφαίρες η κάθε μια και μία κουμπωμένη στο τουφέκι. Ξεκινούσαμε στα τετρακόσια μέτρα όρθιοι. Μετά έφοδο για εκατό μέτρα, αλλάζαμε γεμιστήρα και βαρούσαμε από άλλη στάση. Πρινηδόν. Και μετά το ίδιο, γονιπετής. Και μετά ξανά εκ του ισχήου και πάει λέγοντας. Ξάπλα και σούρσιμο στη λάσπη. Φωνές και βρισιές σε όλη τη διαδρομή από τους λοχαγούς που ακολουθούσαν πίσω.

Μετά μάζεμα τους κάλυκες μέσα από τη λάσπη και συσσίτιο κοτόσουπα από πλαστικό ποτήρι και μια φέτα ψωμί στον καθένα. Κάποιους, πιο μικρούς σε ηλικία τους έπιανε απελπισία. Μια φορά ένας είχε ξεκινήσει να κατέβει για το στρατόπεδο μόνος του. Τον διώξανε δίνοντάς του αναβολή την επόμενη μέρα. Εγώ συνέταξα το σήμα προς το υπουργείο.

Μετά είχαμε πορεία πίσω προς το στρατόπεδο και αφού επιστρέφαμε στους λόχους είχαμε καθαρισμό οπλισμού και επιθεώρηση λόχων από τον Γεωργίου. Και άντε να καθαρίσεις το κλείστρο μετά από 50 σφαίρες. Ερχότανε ο Γεωργίου, έβαζε το μικρό δάχτυλο μέσα στο κλείστρο με επιμέλεια και έβγαινε έξω μαύρο· μερικές φορές πολύ λίγο. Και μοίραζε πεντάρες φυλακές. Και στον θαλαμοφύλακα (που ήταν άοπλος) του έριχνε φυλακή για τις λάσπες που είχαμε μαζέψει όλοι στον θάλαμο από τις μπότες και δεν είχε προλάβει να καθαρίσει. Αν πήγαινε να τις καθαρίσει και τον έπιανε να είναι στο ισόγειο με τη σκούπα του έριχνε φυλακή γιατί άφησε τα όπλα ανεπίβλεπτα στον πρώτο όροφο που ήταν οι θάλαμοι (αν και κλειδωμένα στους οπλοβαστούς).

Μετά την επιθεώρηση και τις φυλακές, μας άφηναν να πάμε να φάμε για βράδυ (όποιοι είχαν ακόμη όρεξη) και είχε συνήθως κρύο σπανακόρυζο που είχε γίνει μια μάζα σαν στόκος. Όταν μπαίναμε στα μαγειρεία, οι άλλοι φαντάροι από τις υπόλοιπες μονάδες μας κοιτούσαν και κουνούσαν το κεφάλι πάνω κάτω από λύπηση.

Όταν λοιπόν είχα ανέβει στο γραφείο είχα γλιτώσει από πολλά δεινά που μάστιζαν την μονάδα και τους λόχους,  αλλά όχι από όλα. Ωστόσο από αυτό και μόνο ένιωθα υποχρεωμένος. Και στην Μαρία και στον κύριο Βλάχο, τον ανθυπασπιστή και αξιωματικό του Α’ Γραφείου. Δεν ήξερα μάλιστα πώς με είχανε ανεβάσει στο γραφείο. Είχα μεν τα τυπικά προσόντα (ως απόφοιτος νομικής με μεταπτυχιακό) αλλά αυτά στο στρατό δε σημαίνουν τίποτα.

Γι αυτό λοιπόν ένιωθα κάπως περίεργα με αυτή τη μετάθεση. Στην αρχή, δεν ήξερα καν που ήταν. Τάγμα Εθνοφυλακής. «Μέσα στην πόλη είναι» μου έλεγε ένας «παλιός» ντόπιος. «Από τις πιο βυσματικές» μου λέγανε άλλοι.

Τα στελέχη στο γραφείο το αντιμετώπιζαν σαν παράδεισο επί γης. «Δε μας λες ρε Μοσέττη, είχες τέτοιο βύσμα και καθόσουν τόσους μήνες να τρως την παπάρα του Γεωργίου;». Το αστείο ήταν ότι δεν είχα βάλει βύσμα. Δηλαδή είχα βάλει. Αλλά για την πόλη μου. Όχι για να μείνω στην Ξάνθη. Οπότε προφανώς αυτή η μετάθεση δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια συγκυρία, που φυσικά κανείς δεν πίστευε.

Είχα μάλιστα απογοητευτεί όταν είχε έρθει και πριν μάθω περί τίνος πρόκειται. Θα έπρεπε να μείνω άλλους τέσσερις μήνες μακριά από την Ε. και από το σπίτι μου, χωρίς ούτε μια διανυκτέρευση σε όλη μου τη θητεία. Όταν με τα πολλά πείστηκαν στο γραφείο ότι δεν είχα βάλει βύσμα για να φύγω με φώναξε ο κύριος Βλάχος.

«Κοίτα Μοσέττη αν θέλεις να στην «κόψω» μπορώ να το κάνω αλλά στο αφήνω να μου το πεις εσύ. Εμείς σε θέλουμε εδώ αν θέλεις να μείνεις και εσύ». Είχα αποφύγει να απαντήσω. Αισθανόμουν άσχημα, αλλά δεν ήθελα να πάρω απολυτήριο από το Πετροχώρι. Ναι μεν πάλιωνα και όσο πάλιωνες τόσο λιγότερα σε ακουμπούσαν αλλά, ανεξάρτητα από αυτό, μπορούσε ανά πάσα ώρα και στιγμή να σε πάρει ο διάολος· αρκεί ο Γεωργίου να μην είχε ξυπνήσει με κέφια.

Έπειτα ήταν και οι άλλοι. Όλοι οι Αθηναίοι φίλοι μου που δεν είχαν φύγει για Αθήνα είχαν μετατεθεί στο Σώμα, κάτω στην πόλη οπότε θα ήμουν μόνος αν έμενα Πετροχώρι. Σίγουρα δεν άξιζε το ρίσκο.

Έτσι λοιπόν δεν έκανα τίποτα και ούτε ζήτησα από τον κύριο Βλάχο να μου «κόψει» τη μετάθεση για να παραμείνω στο Πετροχώρι. Ένα μεσημέρι του Απριλίου λοιπόν, πήρα το φύλλο πορείας μου και αποχαιρέτησα τη μεγάλη ανηφόρα του Πετροχωρίου για πάντα. Στην πύλη κάθισα και έκανα ένα τσιγάρο και μετά κατηφόρισα στην στάση των λεωφορείων για την πόλη μαζί με όλα μου τα πράγματα που είχα στριμώξει στο λουκάνικο. Έφτασα κάθιδρος στην στάση και περίμενα το λεωφορείο.

***

Το λεωφορείο με άφησε μέσα στην πόλη και έπρεπε να ανηφορίσω προς στο Στρατόπεδο Ακριτίδη που ήταν απέναντι από το Δ’ Σώμα. Το στρατόπεδο μου ήταν πολύ γνώριμο γιατί μας έστελνε το Πετροχώρι εκεί να φυλάμε εβδομαδιαίες σκοπιές για να μην κουράζονται τα βύσματα που ήταν μόνιμα τοποθετημένα εκεί. Το Στρατόπεδο είχε μια μονάδα πυροβολικού, μια μονάδα υλικού πολέμου και την Ταξιαρχία. Όταν δε φυλούσαμε σκοπιά, τα βύσματα βάζανε τους μόνιμους του στρατοπέδου να μας στέλνουν στις αγγαρείες τους. Ήταν η αρχή της κρίσης και είχανε κόψει τις καθαρίστριες οπότε μια από τις αγγαρείες ήταν καθαριότητα στην Ταξιαρχία.

Όσοι φαντάροι ήταν μόνιμα τοποθετημένοι εκεί, ήταν βύσματα Ξανθιώτες οι οποίοι μας φερόταν με το χειρότερο τρόπο. Ήταν τόσο άπληστοι που δεν τους έφτανε που η ζωή στο στρατόπεδο ήταν πολύ ήρεμη, όταν πηγαίναμε εμείς να κάνουμε τις υπηρεσίες τους, έβαζαν τα στελέχη του στρατοπέδου να μας αγγαρεύουν και να μας κάνουν καψόνια. Εμάς ωστόσο δε μας κακοφαινόταν τόσο αφού κάθε δευτερόλεπτο μακριά από το Πετροχώρι ήταν κέρδος. Κάποιοι, ζητούσαν από τους επιλοχίες που βγάζαν τις υπηρεσίες να τους βάζουν συνεχόμενα εβδομαδιαίες υπηρεσίες στο Στεφανίδη για να γλιτώνουν από τα δεινά του Πετροχωρίου.

Όμως παρ’ όλο που είχα και εγώ φυλάξει εκεί σκοπιές, δεν είχα ακούσει ποτέ για το Τάγμα Εθνοφυλακής. Έτσι ρώτησα στην Πύλη και όταν είδαν το φύλλο πορείας, με χτύπησαν με νόημα στον ώμο και μου έδειξαν ένα μικρό σπιτάκι στα αριστερά μετά την πύλη.

Τα πράγματα στη νέα μονάδα ήταν ίσως και ακόμα καλύτερα από ότι τα περίμενα. Η μονάδα είχε τέσσερα μόνιμα στελέχη, τρεις ΔΕΑ, δύο μέλη πολιτικού προσωπικού και δύο φαντάρους. Ο θάλαμος των φαντάρων ήταν κολλητά με τα γραφεία του προσωπικού και είχε και κλιματισμό. Οι υπηρεσίες μας πήγαιναν μία μέσα-μία έξω και η μόνη υπηρεσία που είχαμε ήταν βοηθός αξιωματικού υπηρεσίας. Δηλαδή ύπνος και μία υπογραφή στις 4 το βράδυ στην αποθήκη οπλισμού μας αφού βεβαιωθούμε ότι το λουκέτο ήταν στη θέση του και κλειδωμένο.

Επίσης εκτελούσα και χρέη καψιμιτζή και ταχυδρόμου για τη μονάδα μου. Κάθε μέρα, έπαιρνα την τσάντα μου και πήγαινα να παραλάβω τα σήματα από το ΚΕΠΙΚ στο Σώμα αφού πρώτα έκανα μια στάση στην στρατονομία για να μαζέψω τα κουτάκια από φρέσκο γάλα που δικαιούταν τα στελέχη του στρατοπέδου και τα μέλη των οικογενειών τους.

Έχοντας έρθει από πολύ πιο δύσκολο στρατόπεδο είχα προσαρμοστεί πολύ γρήγορα στη νέα μου ζωή. Το πρωί ξυπνούσα στις 6 και 30, ετοίμαζα τους καφέδες του προσωπικού και μετά, αν δεν είχα να βοηθήσω καθόλου στη μονάδα, κατέβαινα στο ΚΨΜ και έπινα καφέ μέχρι να πάει η ώρα να βγω για τα γράμματα. Μετά γυρνούσα και πήγαινα για φαγητό. Το μεσημέρι είχαμε να καθαρίσουμε τη μονάδα και αφού τελειώναμε πέφταμε για ύπνο.

Το απόγευμα, αν είχα υπηρεσία κατέβαινα στο ΚΨΜ και έπινα καφέ βλέποντας τηλεόραση ή έπαιζα κανένα τάβλι με καμιά σειρά που ερχόταν για εβδομαδιαία υπηρεσία στο στρατόπεδο. Το βράδυ έπεφτα για ύπνο και όλα πάλι από την αρχή και έσβηνα μέρες. Τις μέρες που δεν είχα υπηρεσία βγαίναμε για έξοδο στις 5 το απόγευμα.

Σχεδόν πάντα τύχαινε να έχει έξοδο και κάποιος από τους Αθηναίους φίλους μου που είχαν μετατεθεί στο Δ’ Σώμα που ήταν ένα δρόμο απέναντι από μας. Οπότε κανονίζαμε και βγαίναμε μαζί.

Αφού περιπλανιόμασταν άσκοπα μέσα στα στενά της παλιάς πόλης, μετά καθόμασταν για καφέ απέναντι από τα πανεπιστήμια. Αν ήμασταν τυχεροί και τύχαινε να έχει μαθήματα στο Πολυτεχνείο, χαζεύαμε τις φοιτήτριες που περνούσαν από  μπροστά μας για να πάνε στη Σχολή τους. Διαβάζαμε καμιά αθλητική εφημερίδα και κοροιδεύαμε ο ένας τον άλλο.

Και έτσι τα μεσημέρια κυλούσαν ήσυχα ώσπου φτάναν τα απογεύματα και τότε, μετά από ακόμη μια άσκοπη βόλτα στις ανηφόρες τις παλιάς πόλης θα ανεβαίναμε προς το «Απ’ αλλού», ένα μπαρ στο κέντρο της παλιάς πόλης. Σχεδόν κάθε έξοδός μας κατέληγε εκεί.

Τις μέρες του Πετροχωρίου ανοίγαμε σε κάθε έξοδο τουλάχιστον ένα μπουκάλι τζιν. Πίναμε συνεχώς έως ότου αναγκαστούμε να αναχωρήσουμε πίσω για το στρατόπεδο όπου έπρεπε να είμαστε πίσω στο Πετροχώρι μέχρι τις 23:30. Αυτό σήμαινε ότι ξεκινούσαμε να πίνουμε κατά τις 20:00 και φεύγαμε την καλύτερη ώρα (όταν οι πολίτες άρχιζαν να βγαίνουν).

Έτσι λοιπόν όταν ξεκινούσαμε να πίνουμε, ήμασταν συνήθως η μόνη παρέα στο μαγαζί και είχαμε πλέον γίνει γνωστοί στους υπαλλήλους. Μια από τους υπαλλήλους του μαγαζιού, ίσως η πιο όμορφη, ήταν η Γωγώ. Η Γωγώ ήταν, μια μικροσκοπική κοπέλα με βαμμένα ξανθά ίσια μαλλιά και έντονο μέικ απ, το πιο χαρακτηριστικό σημείο του οποίου ήταν η έντονη μαύρη μάσκαρα και μαύρο περίγραμμα στα μάτια.

Η Γωγώ, λοιπόν ήταν η πιο αγαπημένη της παρέας και μας σέρβιρε σχεδόν αποκλειστικά όταν πηγαίναμε εκεί. Κάποιοι, οι πιο εξωστρεφείς της παρέας, της έπιαναν την κουβέντα και της έκαναν κοπλιμέντα. Ένας από αυτούς ήταν ο Γιάννου.

Ο Γιάννου, σαν κι εμένα λοιπόν ήταν από αυτούς που δεν είχαν μετατεθεί για Αθήνα αλλά είχε πάρει στην αρχή μια δυσμενή μετάθεση στο 557ΤΠ στην Σταυρούπολη. Όμως το είχε αντιμετωπίσει με ιδιαίτερη ψυχραιμία. Τότε ήταν που αναγκάστηκε να βάλει βύσμα για πρώτη φορά. Και μέσα σε λιγότερο από μια εβδομάδα είχε αποσπαστεί ως προσωπικός οδηγός (ενώ δεν είχε καν ειδικευτεί) του Στρατηγού. Αυτή η απόσπαση τον έφερε στο απέναντι στρατόπεδο και έτσι συνεχίσαμε να συναντιόμαστε πολύ κατά τις εξόδους μας.

Με τον Γιάννου είχαμε περάσει πάρα πολλές εξόδους και τις μέρες του Πετροχωρίου και αυτές του Ακριτίδη. Ο Γιάννου ήξερε περισσότερο από όλους μας να ζει την ζωή. Ήταν αυτός που πρωτοστατούσε στα γλέντια, όταν είχαμε έξοδο. Σχεδόν μας κατεύθυνε για το πως θα περάσουμε τις ώρες που είχαμε διαθέσιμες στην Ξάνθη και πάντα οι επιλογές του ήταν οι πιο επιτυχημένες και κοινά αποδεκτές.

Είχε μάλιστα κατά κάποιο τρόπο αναλάβει στις συνειδήσεις μας μια ηγετική θέση στην παρέα. Όλοι τον θεωρούσαν τον πιο δίκαιο και πιο αμερόληπτο. Όταν υπήρχε μια διαφωνία μέσα στην παρέα πάντα είχε τον τρόπο του να συμβιβάσει τις αντικρουόμενες απόψεις. Όταν πάλι κάποιοι είχαν μαλώσει ήταν αυτό που μεσολαβούσε ώστε να τα ξαναβρούν. Ήταν το κέντρο αναφοράς στην παρέα. Όλοι τα πήγαιναν καλά μαζί του.

Ήταν δε και πολύ χουβαρντάς. Πάντα όταν πηγαίναμε έξω πλήρωνε παραπάνω από όσο του αναλογούσε και έτσι μειωνόταν τα μερίδια των υπολοίπων και άφηνε γενναιόδωρα φιλοδωρήματα στους σερβιτόρους. Σε αντίθεση μάλιστα με κάποιους από τους υπόλοιπους Αθηναίους που ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν εκτός Αθηνών, είχε το χάρισμα να μιλάει και να επικοινωνεί με τους ντόπιους πολύ εύκολα.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του που ίσως θαύμαζα ήταν ότι ήταν πολύ εκδηλωτικός, χωρίς να τον ενδιαφέρει η γνώμη των γύρω του. Κάθε βράδυ στο θάλαμο πριν κοιμηθούμε έπαιρνε στο κινητό την κοπέλα του και δεν ντρεπότανε καθόλου να της αρχίζει τα γλυκόλογα και τα μέλια παρουσία όλων ήμων που φυσικά μετά τον κοροϊδεύαμε. Φαινόταν να είναι πολύ ερωτευμένος με την κοπέλα του. Αυτό μπορώ να πω ότι είχε αρχίσει να με επηρεάζει και μένα και άρχιζα και εγώ τα γλυκόλογα στην Ε., όμως φυσικά με μηνύματα μιας που ο γραπτός λόγος μου ερχόταν πιο εύκολος και δε χρειαζόταν να ακούν όλοι στο θάλαμο τι λέγαμε. Της Ε. της είχε κάνει εντύπωση πως εγώ, που σπάνια εκδηλωνόμουν, είχα αλλάξει έτσι, όμως το είχε αποδώσει κυρίως στην απόσταση και στην έλλειψη γυναίκας, παράγοντες που σίγουρα είχαν παίξει το ρόλο τους.

Η κοπέλα του Γιάννου είχε μάλιστα έρθει να τον επισκεφτεί και την είχαμε γνωρίσει όλοι. Όσο εκδηλωτικός ήταν στο τηλέφωνο, άλλο τόσο ήταν και από κοντά. Την είχε αγκαλιά όλη τη μέρα και είχε καταφέρει μάλιστα να αποσπάσει χαρτιά διανυκτέρευσης τα οποία είχε πλαστογραφήσει και έτσι είχε καταφέρει να μείνει δύο βράδια μαζί της σε ξενοδοχείο.

Όταν η κοπέλα του δεν ήταν κοντά, ο Γιάννου δε δίσταζε να γίνει εκδηλωτικός και με άλλες κοπέλες. Σε κάθε μαγαζί που πηγαίναμε είχε και απο μία σερβιτόρα με την οποία χαριεντιζόταν. Η αγαπημένη όλων ωστόσο ήταν με διαφορά η Γωγώ. Είχαν μάλιστα με τον καιρό αναπτύξει τέτοια οικειότητα που για παράδειγμα όταν περνούσε από μπροστά μας για να σερβίρει κάποιο άλλο τραπέζι, την τραβούσε από το μπράτσο απότομα και της έλεγε κάτι στο αυτί που θα την έκανε να γελάσει και μετά να απομακρυνθεί για να συνεχίσει την δουλειά της.

Η αλήθεια είναι πως ένιωθα κάπως άσχημα που γινόμουν μάρτυρας όλων αυτών των περιπτύξεων ειδικά από τότε που είχα γνωρίσει προσωπικά την κοπέλα του Γιάννου. Αισθανόμουν ότι ήμουν συμμέτοχος σε κάποιου είδους εξαπάτηση που ωστόσο από ό,τι διαπίστωνα ήταν περισσότερο ο κανόνας παρά η εξαίρεση και για τους υπόλοιπους φαντάρους που είχαν σχέση. Σε κάθε περίπτωση, με καθησύχαζε η σκέψη πώς όλα αυτά έμεναν στο επίπεδο των απλών πειραγμάτων παρά σε κάτι περισσότερο.

Έτσι οι μέρες συνέχισαν να περνούν και η Άνοιξη είχε πλέον φτάσει για τα καλά στο στρατόπεδο που σήμαινε ότι η ζωή μου είχε ελαφρώς διαταραχτεί από κάποιες εξωτερικές δουλειές συντήρησης του περιβάλλοντος χώρου της μονάδας. Ευτυχώς ο χώρος ευθύνης μας ήταν μικρός και έτσι περιοριζόμουν στο να κουρεύω το γρασίδι μπροστά από την μονάδα κάθε δύο βδομάδες και να ξεριζώνω κάτι αγριόχορτα που φύτρωναν εδώ κι εκεί στο πίσω μέρος σε ένα κοντινό λόφο. Μια μέρα μπογιάτισα τους τοίχους με ασβέστη αλλά όλες αυτές οι αγγαρείες ήτανε είτε σπάνιες είτε εφάπαξ.

Ο Διοικητής μας ήταν ένας Αντισυνταγματάρχης που ήταν εξαίρετος χαρακτήρας. Κάθε μέρα του έκανα τον καφέ του. Μια φορά, από τις πρώτες μέρες που είχα πάει, δεν του άρεσε έτσι όπως τον είχα κάνει αλλά δεν μου το είπε, μόνο έβαλε ένα Δόκιμο να τον κάνει αυτός ο οποίος μετά μου έδειξε πώς ακριβώς να τον πετυχαίνω για να του αρέσει. Ήταν γενικά πολύ ήρεμος και καλόκαρδος και δεν ασχολιόταν ποτέ μαζί μας ώστε να μας κάνει την ζωή δύσκολη.

Ίσως η μόνη παραξενιά που είχε, είχε να κάνει με μια μεγάλη μουριά που ήταν δίπλα από τη μονάδα μας. Τα κλαδιά αυτή της μουριάς απλώνονταν στο δρόμο μπροστά από τη μονάδα μας από όπου περνούσαν με τα αυτοκίνητά τους τα στελέχη όταν ερχόταν στη μονάδα. Όταν λοιπόν μπήκε για τα καλά η Άνοιξη, η μουριά γέμιζε λευκά μούρα τα οποία ωρίμαζαν και πέφτανε πάνω στον δρόμο μπροστά από την μονάδα. Τα πατούσαν τα αυτοκίνητα όπως περνούσαν και έτσι βρόμιζαν όλοι τη μονάδα, βρομίζοταν και αυτά.

Αυτό ήταν ίσως το μόνο πράγμα που εκνεύριζε υπερβολικά τον διοικητή μας και με είχε διατάξει να σκουπίζω κάτω από τη μουριά όσες φορές χρειάζεται μέσα στη μέρα ώστε να μην έχει ΠΟΤΕ ριγμένα μούρα κάτω. Αυτό ήταν βέβαια αδύνατο. Αλλά η μέθοδος στην οποία είχα καταφύγει ήταν να ξυπνάω κάθε πρωί μισή ώρα νωρίτερα και να αρχίζω το σκούπισμα κάτω από τη μουριά για να μην υπάρχουν ριγμένα μούρα την ώρα που θα έμπαιναν τα στελέχη και θα τα πατούσαν με το αυτοκίνητο. Έκανα το ίδιο και λίγο πριν φύγουν.

Αν καμιά φορά τύχαινε να μου ξεφύγει κανένα ή να πέσει αφού είχα σκουπίσει, ο διοικητής έβαζε έναν από τους δόκιμους να με βάλουν να σκουπίσω. Είχα αποκτήσει τέτοια εμμονή με τη μουριά που είχα πολλές φορές σκεφτεί να πάρω το αλυσοπρίονο από την αποθήκη και να την κόψω. Ωστόσο υπέμενα τα καψόνια που μου έκανε σκουπίζοντας κάθιδρος και βλαστημώντας την ώρα και τη στιγμή που κάποιος αποφάσισε να τη φυτέψει εκεί.

Αυτή ήταν ίσως η μόνη παραφωνία στη νέα μονάδα μου, την οποία θα είχα αποφεύγει αν υπηρετούσα εκεί το Χειμώνα. Βέβαια, μια τέτοια ταλαιπωρία στο Πετροχώρι θα μου είχε φανεί αστεία, ωστόσο στη νέα μονάδα είχα καλομάθει και μου κακοφαίνονταν που η μουριά είχε βαλθεί να χαλάσει τη βολή μου.

Είχα μάλιστα καταφύγει σε πολλές ακόμα μεθόδους για να προσπαθήσω να απαλλαγώ από αυτό το πρόσθετο καθήκον. Κάθε φορά πριν σκουπίσω τίναζα τα κλαδιά με πολύ δύναμη ώστε να πέσουν όσα περισσότερα μούρα γίνεται. Κάποια πέφτανε πάνω μου και μου κάνανε χάλια τη στολή άλλα πάνω στο κεφάλι μου αλλά εγώ εκεί, με μανία χτυπούσα τα κλαδιά και σχεδόν φώναζα ώστε να τρομάξω τα μούρα και να πέσουν κάτω.

Μάταια. Δέκα λεπτά αφού είχα σκουπίσει, έβρισκα κάτω πάλι πεσμένα μούρα. Δε σκούπισες πάλι Μοσέττη; μου φωνάζανε τα στελέχη περιπαικτικά. Άρπαζα την σκούπα και ριχνόμουν πάλι με μανία στο τίναγμα και έπειτα στο σκούπισμα.

Ώσπου μια μέρα αποφάσισα να πάρω ένα δραστικό μέτρο. Δανείστηκα μια σκάλα από την Ταξιαρχία και σκαρφάλωσα στη μουριά και άρχισα να μαζεύω τα μούρα σε σακούλες. Τα στελέχη που με βλέπανε με κοροϊδεύανε. Νόμιζαν ότι είχα αρχίσει να τρελαίνομαι με την εμμονή μου (ή καλύτερα αυτή του διοικητή μας) με τη μουριά. Μάζεψα τέσσερις μεγάλες σακούλες σουπερμάρκετ. Με τσίμπησαν και δυο μέλισσες όσο μάζευα. Την επόμενη μέρα βρήκα πάλι μούρα πεσμένα κάτω. Ευτυχώς, όταν είχα έξοδο, τον καθαρισμό αναλάμβανε ο άλλος φαντάρος της μονάδας και έτσι έβρισκα κάποιες στιγμές ξεγνοιασιάς από αυτή την εμμονή.

Τον τελευταίο καιρό ωστόσο είχα παρατηρήσει ότι στις εξόδους μας δεν πηγαίναμε πλεόν όσο συχνά στο “Απ’ αλλού” όσο παλιότερα. Στην αρχή δεν είχα δώσει σημασία και ακολουθούσα την παρέα σε άλλα στέκια τα οποία κάναμε. Βέβαια ποτέ δε σκέφτηκα ότι υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος και πάντα ακολουθούσα την παρέα όπου αυτή ήθελε να πάει.

Λίγο αργότερα ο Πρίνιος, ίσως ο μόνος Ξανθιώτης με τον οποίο κάναμε παρέα, μου είχε αποκαλύψει ότι όντως υπήρχε λόγος που είχαμε σταματήσει να πηγαίνουμε εκεί. Δεν τα έμαθες; Ο Γιάννου πηδήχτηκε με τη Γωγώ. Από το “Απ’ αλλού” ντε. Την κοντή, την ξανθιά τη σερβιτόρα; Ένα βράδυ, εσύ δε θα είχες έξοδο ήσουνα μέσα μάλλον, πήγαμε όλοι εκεί και αρχίσαμε τα τζιν. Σε κάποια φάση, όλοι ντίρλα, την παίρνει από το χέρι και φεύγουνε από το μαγαζί. Όπως μας είπε μετά, την πήγε στο πάρκο δίπλα από τα πανεπιστήμια έτσι όπως πας για “Πηγάδια”. Ε, εκεί λοιπόν την φόρτωσε σε ένα παγκάκι και τη γάμησε. Μετά γύρισαν πίσω και σα να μην είχε συμβεί τίποτα. Τώρα αυτή θέλει παραπάνω και έτσι ο Γιάννου προσπαθεί να την ξεκόψει, δεν είναι και για πολλά πολλά τώρα ξέρεις.

Ίσως λόγω αφέλειας, είχα σοκαριστεί. Δεν πίστευα ποτέ ότι θα προχωρούσε τόσο αφού όλα τα παιχνίδια που κάνανε ήταν αθώα. Ο ίδιος ο Γιάννου μάλιστα ποτέ δεν μου το παραδέχτηκε ευθέως. “Ο Μοσέττης είναι ηθικός” έλεγε μόνο όταν με έβλεπε που μαζευόμουν σε κάποια από τις αναφορές που γινόταν από τους άλλους σε αυτά που είχαν γίνει με τη Γωγώ.

Πάνω από όλα μου φαινόταν αταίριαστο, πέρα από την προφανή αδικία για την κοπέλα του Γιάννου. Η ίδια η Γωγώ ήταν μια μικροσκοπική όμορφη παρουσία και ο τρόπος που επέλεγε να διαθέσει τον εαυτό της κάπως με ενοχλούσε. Χωρίς βέβαια να μου πέφτει λόγος αλλά τελοσπάντων νόμιζα ότι δεν ήταν δίκαιο και προς τον εαυτό της αυτό που είχε κάνει.

Καμιά φορά περνούσαμε απ’ έξω από το “Απ’ αλλού” και δε μπορούσα να μην κοιτάξω προς τα εκεί. Αν τύχαινε να στέκεται στην πόρτα, μας κοιτούσε με μια απάθεια κρατώντας τον δίσκο. Δεν ξέρω αν η απάθεια αυτή ήταν προσποιητή αλλά όντως δε φαινόταν να μας προσέχει ή να αντιδρά κάπως ιδιαίτερα.

Μια φορά είχα πάρει τον Πρίνιο και είχαμε πάει για καφέ στο “Απ’ αλλού” ενώ αυτή δούλευε εκεί. Μας σέρβιρε αλλά πλέον μας αντιμετώπιζε με κάποια απόσταση, σαν να μην μας ήξερε καθόλου. Συνέχισε όμως να είναι ιδιαίτερα φιλική με κάποιους από τους άλλους πελάτες και δε φαινόταν να είναι στεναχωρημένη ή μελαγχολική.

Τελικά ξεκόψαμε εκεί από στέκι εντελώς και ο καθένας πήρε το δρόμο του. Οι μέρες περνούσαν και η θητεία κυλούσε και είχε πλέον φτάσει στην τελική της ευθεία. Από την προηγούμενη μονάδα στο Πετροχώρι ο κύριος Βλάχος δε μου είχε γράψει καμία από τις άδειες που είχα πάρει και έτσι κατάφερα να πάρω μια άδεια απολύσεως περίπου σαράντα ημερών. Ο Διοικητής ήταν πολύ ευχαριστημένος με την επιμέλειά που έδειχνα στον καθαρισμό των μούρων και έτσι πλέον μου έμεναν τρεις ακόμα υπηρετήσιμες μέρες.

Εκείνο το απόγευμα είχα βγει μετά το μεσημεριανό ύπνο με τον καφέ μου στην αυλή της μονάδας και είχα αρχίσει να σκουπίζω τα μούρα παρ’ όλο που δε θα ερχόταν κανείς μέσα μέχρι το επόμενο πρωί. Ήμουν τόσο ευχαριστημένος από τη μεγάλη άδεια απολύσεως που ένιωθα υποχρέωσή μου να μην υπάρχει ούτε ένα μούρο κάτω για τις επόμενες τρεις μέρες μέχρι να φύγω με την άδεια απολύσεως.

Εκεί που σκούπιζα άκουσα μια γνώριμη φωνή από τον δρόμο που περνούσε προς την Πύλη. “Μοσέττη προβλεπόμενος θα είσαι και αφού απολυθείς” φώναξε ο Πρίνιος που έβγαινε από το στρατόπεδο με διανυκτέρευση. Άφησα την σκούπα και πλησίασα προς το δρόμο. Μη μου πεις ότι δεν τα έμαθες, μου λέει. Όχι του απαντάω. Η Γωγώ μου λέει και πήρε ένα ύφος που δεν τον είχα δει ποτέ να ξαναπαίρνει, σαν να είχε μασήσει κάτι πικρό. Όμως ούτε αυτό του το ύφος με προετοίμασε για αυτό που θα άκουγα. Αυτοκτόνησε χθες. Έπεσε από το μπαλκόνι. Μαθεύτηκε ότι την χτυπούσε ο πατέρας της. Η μάνα της είχε πεθάνει εδώ και δύο χρόνια.

Προσπάθησα να μιλήσω αλλά δε μπόρεσα να πω τίποτα. Μόνο τον κοιτούσα παγωμένος. Όταν έφυγε, επέστρεψα και πήρα την σκούπα στο χέρι και συνέχισα το σκούπισμα. Για πρώτη φορά μου φαινόταν ότι τα μούρα είχαν λιγοστέψει στον δρόμο. Σήκωσα το βλέμμα μου πάνω στο δέντρο και είδα ότι πλέον είχανε μείνει δυο τρία και σκέφτηκα ότι ίσως τελικά να μην χρειαστεί ξανά σκούπισμα μέχρι του χρόνου την Άνοιξη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s