Παραμονή – Μέρος δεύτερο

Το πρώτο μέρος είναι εδώ.

Η χιονισμένη σιδερόπορτα έβγαζε ένα τσιριχτό ήχο όσο σερνόταν πάνω στη σιδερένια ράγα. Ο Βίκτωρ Ντόζας περίμενε χτυπώντας με ανυπομονησία τα δάχτυλα του δεξιού χεριού του πάνω στο δερμάτινο τιμόνι του μαύρου τζιπ μέχρι η πόρτα να δεήσει να ανοίξει. Ο ήχος του υπενθύμιζε ότι έπρεπε επιτέλους να γρασάρει τους τροχούς, κάτι που ανέβαλε, ή μάλλον καλύτερα ξεχνούσε, μέρες τώρα.

Μπήκε στο σπίτι από την εσωτερική πόρτα του γκαράζ και κοίταξε γύρω του. Ψυχή. Κοίταξε το ρολόι της κουζίνας. Μία και μισή. Τα παιδιά ακόμη να γυρίσουν από το σχολείο. Η γυναίκα του άφαντη. Ανέβηκε στον πάνω όροφο και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό του. Άνοιξε την πάνω ντουλάπα τεντώνοντας το λαιμό του για να βλέπει και ξεκλέιδωσε ένα σιδερένιο ερμάρι που υπήρχε στο βάθος. Έβγαλε με ευλαβικές κινήσεις, σαν να κρατούσε μωρό ημερών, μια καραμπίνα και την εναπέθεσε με προσοχή πάνω σε ένα πανί που είχε στρώσει πάνω στο κρεβάτι. Κάθισε στα γόνατα και έπιασε να λύνει έναν έναν του πίρους, να αποσυνθέτει το κλείστρο, τον κόκορα, το κοντάκι και όλα τα εξαρτήματα του όπλου και να τα ακουμπά με ιεροτελεστία σε σειρά πάνω στο πανί.

Έπειτα έπιασε να καθαρίζει με μανία το κάθε εξάρτημα με ένα λευκό πανί. Ενώ καθάριζε, έφερνε το κάθε εξάρτημα κοντά στα μάτια του και το περιέστρεφε γέρνοντας ταυτόχρονα το κεφάλι του για να δει από όλες τις πιθανές γωνίες αν είχε πραγματικά καθαρίσει κάθε σπιθαμή. Ασυναίσθητα, έφερνε τη γλώσσα μπροστά στα δόντια του, κάτι που έκανε κάθε φορά που καταπιανόταν με κάποια μικροδουλειά. Αφού κάποτε τελείωσε το καθάρισμα, έπιασε ένα τενεκεδένιο μπουκαλάκι με ποτισμένη σε λάδι ετικέτα και κάθε τόσο ακουμπούσε το στόμιο του σε ένα άλλο πανί και περνούσε λάδι προσεκτικά σε όλα τα εξαρτήματα. Πρόσεχε ώστε το λάδι να εισχωρήσει παντού.

Το πάθος του Ντόζα για τα όπλα δεν ήταν κάτι που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του όπως ίσως συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις. Αντιθέτως, είχε γίνει κυνηγός κατά λάθος και εν μέρει από την αγάπη του για τα κυνηγετικά σκυλιά.

Ο Βίκτωρ Ντόζας είχε μεγαλώσει σε σπίτι που είχαν ανέκαθεν πολλά σκυλιά. Τα σκυλιά αυτά δεν ήταν ημίαιμα ή αδέσποτα, αλλά πανάκριβα σκυλιά ράτσας τα οποία η οικογένειά του κατά παράδοση εξέθρεφε, εκπαίδευε και πουλούσε σε κυνηγούς. Μάλιστα η οικογένειά τους είχε αποκτήσει τέτοια φήμη σε αυτό τον τομέα, που είχε δημιουργήσει όνομα σε όλη τη χώρα και έτσι προμήθευε σκύλους όχι μόνο στην τοπική, μικρή εξάλλου αγορά, αλλά σε όλη την επικράτεια.

Η εκτροφή σκύλων δεν ήταν ωστόσο η βασική επαγγελματική ενασχόληση των δικών του, που δραστηριοποιούνταν ως εργοστασιάρχες στον τομέα της εμπορίας και επεξεργασίας φρούτων. Ο Βίκτωρ Ντόζας ανήκε στην τρίτη γενιά του εργοστασίου και είχε μάλιστα καταφέρει σε μικρό χρονικό διάστημα από τότε που ανέλαβε να επεκτείνει τις δραστηριότητες της επιχείρησης καταφέροντας να κλείσει πολύ επικερδείς συμφωνίες για εξαγωγές στη Ρωσική κυρίως αγορά.

Η επιτυχία του Ντόζα οφειλόταν πρωτίστως στην ικανότητα του να χτίζει και να διατηρεί πολύ ισχυρούς δεσμούς με τους κατάλληλους ανθρώπους και δευτερευόντως στο επιχειρηματικό του δαιμόνιο. Έτσι, προσκαλούσε σε τακτικά διαστήματα πολλούς από τους Ρώσους εμπόρους με τους οποίους συνεργαζόταν στην Ελλάδα αναλαμβάνοντας προσωπικά τη φιλοξενία και διασκέδασή τους μέχρι να πουν το «ναι» σε κάποια από τις εμπορικές συμφωνίες που είχε κατά νου. Η διασκέδαση των πελατών αυτών αποτελούνταν από ό,τι μπορεί να λαχταρούσαν. Συνήθεις επιθυμίες ήταν το ποτό, τα κάθε λογής φαγητά σε ακριβά εστιατόρια αλλά και σε πιο παραδοσιακές ταβέρνες και οι γυναίκες.

Σε ένα του ταξίδι στη Ρωσία, κάποιος από τους εμπόρους που είχε επισκεφτεί, του αφηγήθηκε αυθορμήτως την αγάπη του για το κυνήγι. Ο Ντόζας δεν έχασε ευκαιρία να αξιοποιήσει τις γνώσεις του για τις διάφορες ράτσες κυνηγετικών σκυλιών εντυπωσιάζοντας έτσι το συνομιλητή του και στην ερώτησή του για το αν και ο ίδιος κυνηγά, θεώρησε πολύ φυσικό να απαντήσει χωρίς κανένα ενδοιασμό «Μα φυσικά και κυνηγώ». Στη ροή της κουβέντας ο Ντόζας επινόησε μια ιστορία για το πως το κυνήγι αποτελούσε μια οικογενειακή παράδοση και οι προπάτορές του που τον είχαν μυήσει ήταν, όπως φυσικά και ο ίδιος κυνηγοί με διακρίσεις.

Στην πρόκληση του Ρώσου εμπόρου σε κυνήγι που είχε οργανώσει για την επομένη, ο Ντόζας κατάφερε να διαφύγει προφασιζόμενος την πρωινή πτήση του που δε μπορούσε να χάσει «λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων» όμως και λόγω της έλλειψης του όπλου του που χωρίς αυτό, όπως είχε τονίσει, δε ξεμυτούσε για το βουνό. Όμως δεν έχασε την ευκαιρία να αντιστρέψει την πρόσκληση για κυνήγι στην Ελλάδα την οποία ο Ρώσος έμπορος αποδέχτηκε αβλεποί. Μάλιστα συμφώνησε να φέρει μαζί του και κάποιους συναδέλφους του στο πρόσωπο των οποίων ο Ντόζας προσέβλεπε φυσικά σε περισσότερους υποψηφίους πελάτες. Δεν έμενε λοιπόν από το να μάθει να κυνηγά.

Σχεδόν ταυτόχρονα με την προσγείωση του σκούρου μπλε αεροπλάνου της Αεροφλότ στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης, ο Ντόζας έσπευσε να παραγγείλει σε ένα γνωστό έμπορο όπλων, τον οποίο γνώριζε ως μεσάζοντα για την διάθεση κάποιων απο τα σκυλιά τους, ένα δίκανο για το οποίο πλήρωσε ενάμισι εκκατομμύριο δραχμές μετρητά. Πριν καλά καλά το παραλάβει, έσπευσε να γραφτεί στην τοπική κυνηγετική λέσχη.

Ο πρόεδρος θεώρησε ιδιαίτερη τιμή την εγγραφή ενός επιφανούς μέλους της τοπικής κοινωνίας στη λέσχη και έτσι κανόνισε τον συνοδέυσει ο ίδιος στις πρώτες κυνηγετικές του εξορμήσεις ωστέ να βεβαιωθεί ότι θα μάθαινε από την τέχνη του καλύτερου.

Στην αρχή ο Ντόζας, που αποστρεφόταν εκ φύσεως τη βία, ένιωθε αμήχανα αν όχι δυσάρεστα στην ιδέα του να στερήσει τη ζωή κάποιου ζώου μόνο και μόνο για τη διασκέδασή του. Η αγάπη του για τα σκυλιά της οικογένειας του είχε ενσταλάξει μια συμπόνια, αν όχι συμπάθεια, για όλα τα ζώα. Από παιδί έπαιζε μαζί τους και βοηθούσε κάποιο ζώο που έβλεπε να έχει ανάγκη. Ενώ περιμάζευε, παρά τις αντιδράσεις του πατέρα του, πολλά αδέσποτα γατιά και σκυλιά τα οποία στέγαζε με τον αδερφό του κρυφά στο πλυσταριό. Σε κάθε περίπτωση όμως η ενδεχόμενη εμπορική συμφωνία παραήταν σημαντικό δέλεαρ και όλοι αυτοί οι ενδοιασμοί που ίσως να ένιωθε έπρεπε να παραμεριστούν.

Στη πρώτη του εξόρμηση λοιπόν με τον πρόεδρο είχαν βγει για μπεκάτσες, ένα κυνήγι σχετικά εύκολο και ασφαλές αφού οι βολές γίνονται με άμεση οπτική επαφή με το θήραμα και προς τον ουρανό. Η εκπαίδευση του Ντόζα με το όπλο στο πεδίο βολής είχε ήδη ολοκληρωθεί με επιτυχία και σε σύντομο χρονικό διάστημα αφού είχε φανεί πως διέθετε κάποιο έμφυτο ταλέντο στο σημάδι. Τα πράγματα όμως δεν ήταν εξίσου καλά και στο πραγματικό πεδίο δράσης.

Όταν εντόπιζε μετά από υπόδειξη του προέδρου της Λέσχης ένα θήραμα να κάθεται αμέριμνο στα κλαδιά ενός δέντρου που τύχαινε να μην είχε αντιληφθεί τους δύο θηρευτές, ο Ντόζας έπιανε να στοχεύσει όμως μέσα του σιγόκαιγε μια αβεβαιότητα που μετουσιωνόταν σε αστάθεια στην σκόπευση και σε παντελώς αποτυχή βολή. Ο πρόεδρος απογοητευόταν πολύ περισσότερο από τον Ντόζα μετά από κάθε αποτυχία και ένιωθε υπεύθυνος και εκτεθιμένος στα μάτια του. Μουρμούριζε δουλοπρεπώς κουνώντας το χαμηλωμένο του κεφάλι «Δεν πειράζει Βίκτωρα, δεν πειράζει την σκαπούλαρε το άτιμο το πλάσμα που να το φάει ο λύκος να το φάει». Ο Ντόζας, αντιθέτως, μετά από κάθε αποτυχία ένιωθε ένα αίσθημα ανακούφισης που καταπράυνε την απογοήτευση για την αποτυχημένη βολή..

Αυτη η «αφλογισία» συνεχίστηκε σε κάμποσες εξορμήσεις έκτοτε. Ο Ντόζας δεν έλεγε να σημαδέψει σωστά αφού τον κατέβαλε ένα τρέμουλο κάθε φορά που σήκωνε το όπλο προς τον ουρανό και έβαζε στο σημάδι το πουλί. Ο πρόεδρος τον ενθάρυνε σιωπηρά με ζωηρές κινήσεις των χεριών του (για να μη μιλήσει και τρομάξει το θήραμα) δαγκώνοντας κάθε φορά τα χείλη του από αγανάκτηση. Αν μπορούσε να μιλήσει σίγουρα θα έλεγε «Ρίξτου του καταραμένου! Φα’ το το μπασταρδο!».

Αυτές οι παροτρύνσεις μόνο το αντίθετο αποτέλεσμα φαίνεται πως είχαν καθότι όχι μόνο δε βοηθούσαν τον Ντόζα να ξεπεράσει τους δισταγμούς του, αλλά του προσέθεταν και άγχος επίδοσης από πάνω.

Μετά από τις αλλεπάληλες αποτυχίες, ο Ντόζας είχε αρχίσει να σκέφτεται να τα παρατήσει. Το ηθικό βάρος που καλούνταν να σηκώσει άρχισε να του φαίνεται δυσανάλογο του προσδοκόμενου οφέλους. Στο γραφείο, στο σπίτι κατά τη διάρκεια της μέρας μέχρι και τα βράδια ξαπλωμένος με ορθάνοιχτα μάτια προσπαθούσε εμμονικά να σκεφτεί εύσχημους τρόπους ακύρωσης της πρόσκλησης για κυνήγι τους οποίους μάλιστα πρόβαρε και σε διαλόγους με τον εαυτό του ενώ όργωνε πάνω κάτω τους διαδρόμους ανάμεσα στα δωμάτια.

Κανένας όμως δεν του άρεσε. Πάντα έβρισκε ένα κενό στην ιστορία, κάτι που θα μπορούσε να αποκαλύψει ότι δεν ήταν ποτέ ένας δεινός, όπως κατά δήλωσή του είχε υποστηρίξει, κυνηγος. Φοβόταν ότι θα έχανε το κύρος του αν όντως ακύρωνε την πρόσκληση και, μικρή όπως ήταν η αγορά, ο κίνδυνος να βγάλει κακό όνομα και να χάσει ταχύτατα κάθε έρεισμα σε μια αγορά που απορροφούσε το 90% των εξαγωγών του εργοστασίου του φαινόταν πολύ πιθανός. Το ενδεχόμενο να πάει για κυνήγι αλλά να αποτύχει του φαινόταν ακόμη περισσότερο εξευτελιστικό αφού θα τον εξέθετε στα μάτια των καλεσμένων του.

Όσο πλησίαζε ο καιρός, το άγχος είχε αρχίσει πλέον να τον κυριεύει. Τα τελευταία χρόνια είχε προβεί σε ένα επιθετικό δανεισμό, υποθηκεύοντας μάλιστα και προσωπική του περιουσία, με σκοπό να επεκτείνει την αποδοτικότητα του εργοστασίου όμως για να αποδώσει η επένδυση, θα έπρεπε να στηρίζεται και από ανάλογη αύξηση των παραγγελιών. Αν όχι, κινδύνευε όχι μόνο να χάσει την νέα επένδυση αλλά και πολύ μεγάλο (αν όχι όλο) μέρος του κεφαλαίου. Το ίδιο το εργοστάσιο και πολλά από τα μηχανήματα ήταν υποθηκευμένα για την χρηματοδότηση αυτού του μεγαλεπίβολου πλάνου επέκτασης.

Η πρόσφατη ακύρωση κάποιων μεγάλων παραγγελιών για εξαγωγές έκανε τα πράγματα μόνο χειρότερα αφού του είχε αφήσει μια μεγάλη αδιάθετη ποσότητα στις αποθήκες την οποία μάλιστα είχε προπληρώσει για να εξασφαλίσει την άριστη ποιότητα των προϊόντων.

Το άγχος που του είχε προκαλέσει αυτή η συγκυρία έδινε στο δίλλημά του διαστάσεις που ίσως να μετριάζοταν σε ένα νηφάλιο μυαλό. Μετά από τόση περισυλλογή, είχε πλέον καταλήξει να πιστέυει πως η ακύρωση του ραντεβού ή ενδεχόμενη αποτυχής έκβασή του να ισοδυναμούσε με πλήρη αποτυχία της επένδυσης και πτώχευση της επιχείρησης. Είχε μάλιστα σχεδόν αρχίσει να συμβιβάζεται με αυτή την ιδέα και έκανε κάποιες κινήσεις για την προετοιμασία της νέας κατάστασης, όπως για παράδειγμα, την απόλυση του επιστάτη και της οικιακής βοηθού του σπιτιού οι οποίοι με μεγάλη έκπληξη είχαν δεχτεί τα νέα της απόλυσής τους.

Ένα απόγευμα, ενώ κοιτούσε την κόρη του και το γιο του να παίζουν στο κήπο του σπιτιού έχοντας αποφασίσει να ακυρώσει το ραντεβού με τους Ρώσους εμπόρους άρχισε να σκέφτεται ότι θα ήταν αυτός που θα στερούσε από τα παιδιά του την ευκαιρία να συνεχίσουν την οικογενειακή επιχείρηση. Υπήρχαν στιγμές που συμβιβαζόταν με αυτή την σκέψη με την ελπίδα ότι θα έβρισκαν το δρόμο τους αν τους παρείχε όλα τα απαιτούμενα εφόδια και στην ιδέα ότι η αγάπη που θα συνέχιζε να τους παρέχει θα ήταν πολύ σημαντικότερη από οποιοδήποτε εργοστάσιο. Ωστόσο, κάποιες άλλες στιγμές πείσμωνε και θύμωνε με τον εαυτό του που δε μπορούσε να ξεπεράσει, προσποιητά έστω ή μόνο για μια φορά, τους δισταγμούς που ένιωθε να είναι το τελευταίο εμπόδιο για τη σωτηρία της επιχείρησης του. Ήταν μια από αυτές τις στιγμές όταν αποφάσισε να συνεχίσει τις προσπάθειες με τον πρόεδρο της λέσχης.

Έτσι, οι εκδρομές συνεχίστηκαν με αμείωτο ρυθμό. Ο πρόεδρος συνέχισε να αγανακτεί και ο Ντόζας να αποτυγχάνει. Σε κάθε βολή, λες και το ήθελε, το όπλο γλυστρούσε από τα χέρια και τα σκάγια έγδερναν κορμούς, έριχναν φύλλα, προειδοποιούσαν τα πουλιά να πετάξουν μακριά, έκαναν τα πάντα εκτός απο το επιδιωκόμενο..

Η ανακούφιση που στην αρχή μπερδευόταν με την απογοήτευση του Ντόζα για κάθε αστοχία, είχε αρχίσει να δίνει τη θέση της σε μια ζοχάδα, ενα θυμό γιατί πίστευε πως κάθε αστοχία τον έφερνε πιο κοντά στην επιχειρηματική αποτυχία. Κάθε πουλί που σηκωνόταν από το κλαδί ζωντανό σκότωνε τις προοπτικές που μπορεί να είχε η επένδυση που είχε κάνει.

Εκείνο το ξημέρωμα είχε βρει τον πρόεδρο και τον Ντόζα αποκαμωμένους να έχουν πάρει με σκυφτά τα κεφάλια τον δρόμο της επιστροφής μετά από μια ακόμα άκαρπη προσπάθεια. Είχαν φτάσει σχεδόν πίσω στον πολιτισμό όταν ο Ντόζας παρατήρησε δύο μπεκάτσες να κάθονται στα σύρματα ενός στύλου ηλεκτρικού ρεύματος, πράγμα εξαιρετικά ασυνήθιστο για αυτά τα πουλιά. Χωρίς να πει τίποτα στον πρόεδρο που, ενώ προπορευόταν,δεν είχε πάρει χαμπάρι, σήκωσε την καραμπίνα και αφού πήρε μια βαθιά ανάσα, χτύπησε αποφασιστικά προς τα σύρματα.

Του προέδρου του ήρθε σχεδόν κόλπος από τον πυροβολισμό, αφού δεν προηγήθηκε καμία ειδοποίηση αλλά και επειδή δεν περίμενε ποτέ ότι ο Ντόζας θα χτυπούσε τόσο κόντα σε κατοικημένη περιοχή. Με τον ήχο του πυροβολισμού, η μια μπεκάτσα σηκώθηκε ευθύς στον ουρανό φτερουγίζοντας δυνατά ενω η άλλη έκανε προς στιγμή να σηκωθεί όμως φάνηκε να την κρατά πίσω κάτι, μάλλον το πόδι της που πρέπει να είχε μπλεχτεί στα σύρματα. Έτσι, πριν προλάβει να σηκωθεί χτυπήθηκε από τα σκάγια του Ντόζα και φάνηκε αυτοστιγμεί το σώμα της να αδειάζει από κάθε ίχνος ζωής και να παραδίνεται στην καθοδική δύναμη της βαρύτητας που καραδοκεί να καταλάβει κάθε ζωντανό πλάσμα που εκπνέει.

Το μικροσκοπικό πόδι της όμως από ό,τι φάνηκε έμενε ακόμα μπλεγμένο στα σύρματα και έτσι, αντί να πέσει καταγής, έμεινε να κρέμεται εκεί, κινούμενη πέρα δώθε, άψυχη ανάμεσα στα σύρματα. Το ζευγάρι της, ενώ είχε απομακρυνθεί θα νόμιζε κανείς πως στιγμιαία γύρισε το κεφάλι του να κοιτάξει την τύχη της συντρόφου του πριν απομακρυνθεί για τα καλά στον ορίζοντα. Διαμιάς, ο πρόεδρος, έχοντας ήδη ξεπεράσει το σοκ του απροσδόκητου πυροβολισμού, ξέσπασε σε επεφημίες που εμπιτέλους η γκίνια είχε σπάσει και ο Ντόζας έκανε πλέον, έστω και με αυτό τον τρόπο, σεφτέ στους σκοτωμούς. Σχεδόν χοροπηδούσε πάνω κάτω ενώ το κοντόχρομο κορμί του τράνταζε την γη, ενώ από το χορδοπηδητό, το καπέλο του έπεσε από το κεφάλι του αποκαλύπτωντας προς στιγμήν τη φαλάκρα που χώριζε με ακρίβεια στη μέση τα ζγουρά πυκνά μαλλιά του στο πλάι του κεφαλιού του.

Ο Ντόζας είχε πλέον περάσει από την απόλυτη ψυχραιμία που προηγήθηκε του πυροβολισμού, σε μια κατάσταση σοκ και ένιωθε τα χέρια του να τρέμουν. Στις προσπάθειες του προέδρου να ξεμπλέξει το δύσμοιρο ζώο από τα σύρματα επιμένωντας πως την πρώτη του λεία επιβαλόταν να την πάρει μαζί του με κάθε θυσία, ο Ντόζας αντέδρασε στην αρχή με αμηχανία και έπειτα κάπως απότομα ζητώντας του να φύγουν όσο πιο γρήγορα γίνεται. Έτσι, παράτησαν το άψυχο κορμί του πουλιού να κρεμιέται στα σύρματα και κατευθύνθηκαν προς το αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο λίγο πιο κάτω.

Στο δρόμο της επιστροφής ο πρόεδρος προσπάθησε να ανοίξει την κουβέντα στον Ντόζα, όμως μάταια. «Ξέρεις Βίκτωρα, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι για κυνήγι» είπε και χάιδεψε τη λιγδιασμένη γενειάδα του λες και αυτό θα προσέδιδε περισσότερο κύρος στα λόγια του. Ή ζώνη ασφαλείας πίεζε με θυμό θα έλεγες την κοιλιά του. «Δε σημαίνει κάτι αυτό» συνέχισε κοιτάζωντας έξω από το παράθυρο ενώ περνούσε τα κοντόχοντρα δάχτυλά του από την φαλάκρα του. «Αυτό είναι κάτι που είτε σ’αρέσει, είτε όχι» συνέχισε ασθμαίνοντας.

Ο Ντόζας κοιτούσε απορροφημένος το δρόμο ενώ στο στομάχι του ένιωθε να σιγοκαίει ένα περίεργο συναίσθημα. Το μυαλό του είχε σταματήσει στα δευτερόλεπτα που το πουλί έκανε να ξεφύγει από το σύρμα μα τα σκάγια του το προλάβαιναν και το υπέττασαν βίαια στη θέλησή τους. Ήταν ξεκάθαρο ότι ένιωθε λύπη για τη θανάτωση του πουλιού και ντροπή που ήταν αυτός που του στέρησε τη ζωή. Δε μπορούσε μάλιστα να σταματήσει να σκέφτεται πως το πουλί που κατάφερε να ξεφύγει ήταν ζευγάρι του, ή ακόμη χειρότερα γονιός του.

Όμως μέσα του, κάτι που δε θα παραδεχόταν ποτέ, άρχισε να σιγοβράζει πολύ αμυδρά στην αρχή ένα συναίσθημα ισχύος και απόλυτης δύναμης. Στη συνειδητοποίηση και μόνο αυτού του συναισθήματος αισθανόταν στιγμιαία ακόμα περισσότερη ντροπή, όμως αυτό το συναίσθημα αυτό δεν ερχόταν μόνο του. Αυτή η απόλυτη ισχύς, η αδιαπραγμάτευτη εξουσίαση στη μοίρα ενός άλλου πλάσματος του φαινόταν, χωρίς να τολμά να το παραδετεί, κάπως ερεθιστική.

Πάλευε στο μυαλό του να καταπιέσει αυτό το παράλληλο συναίσθημα μα όσο το πατούσε προς τα κάτω ξεροκαταπίνοντας, τόσο περισσότερο το ένιωθε να αναζωγοονείται, να θεριέυει. Ένιωθε προς στιγμής ότι δε μπορούσε να το ελέγξει. Σε σημείο που συνειδητοποίησε προς απόλυτο τρόμο του ότι κάτω από το κυνηγετικό του παντελόνι είχε αρχίσει να έχει στύση την οποία προσπάθησε με αγωνία να πιέσει με το εσωτερικό του καρπού του προκειμένου να μην την αντιληφθεί ο πρόεδρος.

Όταν γύρισε σπίτι έχοντας αφήσει πρώτα τον πρόεδρο στη λέσχη γιατί είχε «κάτι χαρτιά να τακτοποιήσει», πάρκαρε βιαστικά έξω από τη σιδερόπορτα, έτρεξε στην μπανιέρα, άνοιξε το νερό της ντουζιέρας και άρχισε να αυνανίζεται στηριζόμενος με το αριστερό του χέρι στον τοίχο του μπάνιου. Οταν βγήκε από το μπάνιο, κοιτάχτηκε στον αχνισμένο καθρέφτη και φαινόταν πως είχε πια κάπως ηρεμήσει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s